Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

"Ιt's only rock'n'roll" - The Greek way (volume 1)


Αυτόν τον Φεβρουάριο (σημείωση από εμάς: το άρθρο στο οποίο στηρίζεται αυτή η ανάρτηση δημοσιεύτηκε από τον ΥΠΝΟΒΑΤΗ στον ιστοχώρο του στις αρχές Φλεβάρη του 2016) συμπληρώνονται εξήντα χρόνια από την πρώτη επαφή των ελλήνων νέων με τη ροκ μουσική: ήταν Φεβρουάριος του 1956 όταν προβλήθηκε στις αθηναϊκές, αρχικά, κινηματογραφικές αίθουσες η ταινία ορόσημο "Η ζούγκλα του μαυροπίνακα" τού Ρίτσαρντ Μπρουκς, όπου ακουγόταν το θρυλικό Rock Around The Clock από τον Μπιλ Χάλυ και τους Comets. Το τραγούδι δημιούργησε αμέσως ρεύμα στην ελληνική νεολαία της εποχής, όπως άλλωστε σε κάθε άλλη χώρα όταν πρωτοακούστηκε.
Αλλά το 1956 είναι γενικότερα το έτος "απόβασης" της ροκ μουσικής στην Ελλάδα, αφού τον Οκτώβριο εκείνου τού έτους οι έλληνες είδαν για πρώτη φορά το ροκ εντ ρολλ (όπως το έλεγαν τότε) να παίζεται ζωντανά από την ορχήστρα του 6ου αμερικανικού στόλου και να χορεύεται μπροστά σε χιλιάδες κόσμο από τους αμερικανούς ναύτες στον υπαίθριο χώρο του Ζαππείου. Ο νέος χορός, αλλά και η πρωτάκουστη μουσική που τον συνόδευε, έκαναν αίσθηση ιδιαίτερα στους νέους και τις νέες. Οι τελευταίες σχεδόν αρπάχτηκαν (μάλλον χωρίς πολλή αντίσταση...) από τους αμερικανούς ναύτες στη χορευτική πίστα, όπου άρχισαν να μαθαίνουν τα βήματα και τις κινήσεις του νέου χορού. Πολλές ερωτεύτηκαν και σχετίστηκαν με τους αμερικάνους, που τότε έκαναν συχνές εξόδους στην Αθήνα. Οι -μάλλον φτωχοί- έλληνες όμως νέοι δεν γούσταραν να τους "κλέβουν" τα κορίτσια οι μοδάτοι (με μπλου τζην, γνήσια δερμάτινα μπουφάν και αυθεντικά Lucky Strike) αμερικάνοι. Κι έτσι άρχισαν οι πρώτες κλοπές αμερικάνικων ρούχων και οι πρώτες εκτοξεύσεις γιαουρτιών στους "συμμάχους", ή σε διάφορα υπεροπτικά θηλυκά (κατά το κοινώς λεγόμενο "ψωνάρες") που περιφρονούσαν τους ντόπιους νέους (λίγα χρόνια όμως μετά οι έλληνες νέοι θα έπαιρναν θριαμβευτικά τη "ρεβάνς" τους με τις τουρίστριες που θα άρχιζαν να κατακλύζουν την Ελλάδα). Η "γιαουρτόμπαλα" πήρε ακόμα και κάμποσους ταγούς ή θεματοφύλακες της ελληνοχριστιανικής παράδοσης (π.χ. εκπαιδευτικούς, που εκείνη την εποχή είχαν και "διευρυμένες" -βλ. εξωσχολικές- εξουσίες), ή απλά αντιπαθητικούς ανέραστους ενήλικους που συνήθιζαν να κάνουν επιτιμητικό "κήρυγμα" στην "παραστρατημένη" νεολαία, ή σεξουαλικά ανώμαλους (βλ. παιδεραστές) που εκμεταλλεύονταν τη δυσχερή θέση των φτωχότερων ειδικά νέων, και γενικώς οποιονδήποτε θεωρείτο ότι προσέβαλε την προσωπικότητα της νεότητας.
Ούτε, όμως ο περιβόητος "νόμος 4000" (που υπερψηφίστηκε και από σύμπασα την αριστερά), ούτε οι εξευτελιστικές διαπομπεύσεις των "τεντυμπόυδων" μπόρεσαν να ανακόψουν τη βαθμιαία εξέλιξη τής ελληνικής νεολαίας (ή τουλάχιστον του καλύτερου κομματιού της): μέσω της "παιδικής ασθένειάς" του, τού τεντυμποϋσμού, το νεογέννητο ροκ φαινόμενο είχε "μολύνει" και την Ελλάδα...


Έκτοτε πέρασαν εξήντα χρόνια και κάμποσα πράγματα έχουν αλλάξει, τόσο στη ροκ ως μουσική και ως κοινωνικό φαινόμενο, όσο και στις χώρες υποδοχής της. Κανείς, στην Ελλάδα και διεθνώς, δεν μπορούσε να φανταστεί το 1956, ότι οι σωματικές αντιδράσεις που προξενούσαν ο ξέφρενος χορός και η ξέφρενη αυτή μουσική, δεν θα αργούσαν να πυροδοτήσουν αντίστοιχες εγκεφαλικές. Ομοίως, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί το 1956, ότι η γενιά των "τεντυμπόυδων" θα κληροδοτούσε κυριολεκτικά το αντίστοιχό της (αλλά σε ωριμότερες "εκδόσεις": "γιεγιέδες", "φρικιά", πάνκς κλπ.) στις επόμενες γενιές νέων. Εξήντα χρόνια προσφέρουν, λοιπόν, μια συλλογική μνήμη κι ένα σεβαστό ιστορικό και κοινωνιολογικό υλικό, που μπορούσε -και έπρεπε- να γίνει αντικείμενο σοβαρού (δηλαδή επιστημονικού) απολογισμού. Γιατί, μέχρι πριν λίγα χρόνια οι μόνοι στην Ελλάδα που μπορούσαν να πουν κάποια πράγματα από τη σκοπιά της ροκ, όχι μόνο ως μουσικής αλλά και ως διεθνούς κοινωνικού φαινομένου, ήσαν οι δημοσιογράφοι που έγραφαν στον εγχώριο ροκ μουσικό τύπο (όσο για τους δημοσιογράφους των ημερησίων φυλλάδων, πολεμούσαν τη ροκ και τους ροκάδες με τόνους λάσπης). Όμως η δημοσιογραφική οπτική, ακόμα κι όταν δεν είναι επιδερμική, ακόμα κι όταν προέρχεται από ανθρώπους καταρτισμένους, δεν μπορεί να επιτύχει τη συστηματικότητα, τη συνθετική και αναλυτική δύναμη και την τοποθέτηση των γεγονότων στο μακρο-ιστορικό τους πλαίσιο. Το τελευταίο αποτελεί την προϋπόθεση για την κατανόησή τους, αλλά και τον αυτοσκοπό της επιστημονικής ιστοριογραφίας.


  Όταν οι άρρωστοι έπιαναν στο στόμα τους τούς υγιείς...


Χορός στις κερκίδες, λίγα λεπτά πριν πέσει το πρώτο μαζικό κατασταλτικό ξύλο στο άνθος τής ελληνικής νεολαίας (συναυλία των Rolling Stones, γήπεδο Παναθηναϊκού, 17 Απριλίου 1967).

Η ροκ (και τα φιλοσοφικά και υπαρξιακά της προτάγματα) πολεμήθηκε λυσσαλέα, τόσο απ' τη δεξιά όσο κι απ' την αριστερά της ρωμηοσύνης, όσο ίσως σε κανένα άλλο μέρος του πλανήτη. Ακόμα και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι ταγοί και οι φυλλάδες της δεξιόστροφης και αριστερόστροφης ρωμηοσύνης άφριζαν κυριολεκτικά κατά της ροκ των ροκάδων. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η ροκ πέτυχε να ενώσει τους ρωμηούς, οι οποίοι απέδειξαν έτσι ότι, παρά τις επιφανειακές αυτές διαφορές τους, παραμένουν πάνω απ' όλα ρωμηοί. Εδώ είναι η περίφημη -και καταγέλαστη- εισαγωγή στον εμβληματικό για τη Ρωμηοσύνη ομώνυμο δίσκο των Μίκη Θεοδωράκη και Γιάννη Ρίτσου (1966):

"Σήμερα περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά είναι ανάγκη να πιαστούμε σφιχτά χέρι με χέρι έλληνες καλλιτέχνες και λαός, για να υπερασπιστούμε την ελληνική λαϊκή κουλτούρα. Σκοτεινές δυνάμεις πνίγουν το ελληνικό τραγούδι στο Ε.Ι.Ρ. (ερώτηση: εννοεί άραγε ότι το εγχώριο ραδιόφωνο έπαιζε τότε Rolling Stones, Beatles, Zombies, Kinks, Gene Vincent, Cream, Yardbirds, Who, Standells, Sonics, Knacks, Persons, ή τους Zoo;;;!!!). Οι ίδιες δυνάμεις προσπαθούν να επιβάλλουν ιδιαίτερα μέσα στη νεολαία μας τα βάρβαρα ήθη των γιεγιέδων. Η απάντησίς μας πρέπει να είναι δημιουργική, επιβλητική, χωρίς ανάσα έως τον θρίαμβο της ελληνικής μουσικής, γνήσιου φορέα του ελληνικού ήθους. Η απάντησίς μας κλείνεται και θα κλείνεται μέσα σε μια μόνο λέξη: Ρωμιοσύνη".
Όλη η δυτικοφοβία, ο ρατσισμός, ο σωβινισμός, η σεμνοτυφία, η ηθικολογία, η αγαμία, η υποκρισία, η μιζέρια, η αυτολύπηση, η ψυχική ανωριμότητα και ο πολιτισμικός κομπλεξισμός τής διαρκώς φαντασιούμενης ως απειλημένης (β)ρωμηοσύνης περιέχονται στο παραπάνω μαργαριτάρι. Επίσης, όλο το σκοταδιστικό μεσαιωνικό μίσος της για τη νιότη και τη ζωή, και εν τέλει για τα ίδια της τα παιδιά.
Για την ιστορία, ας αναφέρουμε ότι οι μόνες ραδιοφωνικές πηγές πληροφόρησης των "γιεγιέδων" ήσαν οι εγχώριοι πειρατικοί ραδιοσταθμοί και ο ραδιοσταθμός της αμερικανικής βάσης του Ελληνικού (και πριν σπεύσουν οι σταλινικοί να πουν τα γνωστά ποιηματάκια τους, ας τους πληροφορήσουμε ότι ως προς το μουσικό του μέρος ο σταθμός ήταν περίπου αυτοδιαχειριζόμενος, κι ότι οι αμερικανοί στρατιώτες, ως προερχόμενοι από τα κατώτερα στρώματα των Η.Π.Α., άκουγαν -και έπαιζαν- κατά κύριο λόγο ροκ, μπλουζ, τζαζ και σόουλ).

Πρωτομαγιά του 1977, η πρώτη ηχηρή εμφάνιση του αντιεξουσιαστικού χώρου. Μια απ' τις πολλές ιστορικές αφίσες του ελληνικού πολιτικού underground που παρουσιάζονται στο εν λόγω βιβλίο (ΝΙΚΟΣ ΣΟΥΖΑΣ, "Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου" - Πολιτική και κουλτούρα στο ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα (1974-1998), εκδόσεις Ναυτίλος, Θεσσαλονίκη 2015, σελίδες 428)
























Τελικά, η ελληνική ροκ είναι καμμιά σπουδαία υπόθεση;

Αν θέλουμε να είμαστε αντικειμενικοί, η ελληνική ροκ παραγωγή (όπως άλλωστε και κάθε τί άλλο στην Ελλάδα) υπολείπεται κατά πολύ σε πολιτισμική σημασία και παγκοσμιότητα από τις ανάλογες άλλων μή αγγλόφωνων χωρών, όπως π.χ. της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ολλαδίας, ή της Ιταλίας (συγκρίνουμε την Ελλάδα με "μή αγγλόφωνες" χώρες γιατί, ως γνωστόν, η ροκ στiς αρχετυπικές genre defining μορφές της προήλθε από την αγγλόφωνη κουλτούρα). Η ιστορική αιτία είναι φυσικά η ίδια που ισχύει και για σύμπασα τη νεοελληνική ασυμβατότητα με τις πολιτισμικές, κοινωνικές, ηθικές κ.λπ. κατακτήσεις των δυτικών λαών: η Ελλάδα βρίσκεται δύο βασικές πολιτισμικές "τάξεις" πίσω από τις δυτικές χώρες, αφού δεν πέρασε από τα στάδια της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού (καθένα εκ των οποίων διήρκεσε μερικούς αιώνες...). Κατά πάγια, λοιπόν, συνέπεια, τα δυτικά πολιτισμικά αγαθά δεν μπορούν να κατανοηθούν σε βάθος στην Ελλάδα, να αφομοιωθούν, να γίνουν αντικείμενο δημιουργικής επεξεργασίας, να αναπαραχθούν με προσωπική σφραγίδα (δηλαδή χωρίς μιμητισμό και επιδερμικότητα) και, τέλος, να ανταποδοθούν στην πολιτισμική διεθνικότητα από την οποία προσφέρθηκαν.

Ειδικά στο ζήτημα τής επίτευξης παγκοσμιότητας η εγχώρια ροκ απέτυχε παταγωδώς, αν σκεφτεί κανείς ότι, από γεννησιμιού της η ροκ δεν απευθύνεται σε περιχαρακωμένα "εθνικά" πληθυσμιακά σύνολα, αλλά σε ευρείες φαντασιακές κοινότητες ανθρώπων με περίπου κοινές (=παγκοσμιοποιημένες) υπαρξιακές και πνευματικές αναζητήσεις.
Η ροκ δεν είναι "εθνική" υπόθεση, όπως την αντιλήφθηκαν διάφοροι εγχώριοι τού γενικώς ειπείν νεοελληνικού τραγουδιού που "ασχολήθηκαν" περιστασιακά μαζί της (και που φυσικά την στείρωσαν από τη σαρωτική διονυσιακή δύναμή της και από τη διεθνή απεύθυνσή της). Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος που είχε κάποτε δηλώσει ότι "είμαι και ροκ και Έλλην" (προφανώς δεν είχε κατανοήσει ότι η ροκ ιδιότητα υπερισχύει της "εθνικής", με τρόπο που η επίκληση της δεύτερης να καθίσταται όχι μόνο περιττή αλλά και ύποπτη). Μια δήλωση εθνικοφροσύνης που καλύπτει μεν τους ... "ελληνοροκάδες" (ναι, υπάρχουν και τέτοιοι στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας), αλλά αποκάλυψε τη διανοητική σύγχυση και την πολιτισμική ημιμάθεια τού "πατρός" της, όταν λίγα χρόνια αργότερα στρατεύτηκε κι αυτός στην "Ελλάδα Ελλήνων Χριστιανών", τον πατριωτισμό και τη ρωμηοσύνη. Αν ο Έντυ Κόχραν, οι Beatles, οι Rolling Stones, οι Who, οι Amon Düül, οι R.Ε.Μ., ή οι (ολλανδοί) Mecano σκέφτονταν εθνοκεντρικά (σαν κάτι "δικούς" μας) και δεν είχαν επίγνωση ότι -πρέπει να- απευθύνονται σε μια διεθνή κοινότητα "ομοϊδεατών", η ροκ δεν θα είχε υπάρξει καν.

Από την άλλη, οι καθαρόαιμοι ροκ μουσικοί στην Ελλάδα σπανίως αφομοίωσαν σε τόσο βάθος τις διεθνείς επιρροές τους, ώστε να ξεφύγουν από το στάδιο τής -έστω και άρτιας- μίμησης, να ακούγονται γνήσιοι, και να "παίξουν στα ίσια" τους διεθνείς ρόκερς (αντιπροσωπευτικά παραδείγματα οι Socrates Drunk The Conium, ή οι Last Drive, οι δίσκοι των οποίων κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα με την Ελλάδα στις Η.Π.Α. και τη Δ. Ευρώπη). Η πολιτισμική κλειστότητα της ρωμηοσύνης (που επί αιώνες στρεβλώνει -όταν δεν μπορεί να εμποδίσει- την επαφή της χώρας με τον δυτικό πολιτισμό, αναπαράγοντας έτσι την πολιτισμική ημιμάθεια) είναι και εδώ η αιτία που ανέκαθεν οι έλληνες ροκάδες (μουσικοί και μουσικόφιλοι) αυτοπαγιδεύονταν συχνά στο κλισέ (τόσο ως προς το αμιγώς καλλιτεχνικό μέρος τής ροκ, όσο και την ενδυματολογία της, τις συμπεριφορές της και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις της). Ο μιμητισμός (ευτελής ή επιτυχής) ως προς τή διεθνή ροκ ήταν ανέκαθεν το αδύνατο σημείο τής εγχώριας ροκ, τής στερούσε την προσωπικότητα και το διεθνές ενδιαφέρον και επέτεινε το πρόβλημα της "εθνικής" της περιορισιμότητας.
Σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, δεν είναι λίγοι οι εγχώριοι -πρώην- ροκάδες, που επιχειρώντας κάποια στιγμή να ξεφύγουν από τη "Σκύλλα" της κακέκτυπης μίμησης διεθνών ροκ προτύπων τα οποία τελικά δεν πολυκατανοούσαν, έπεσαν στη "Χάρυβδη" τής εθνόκλειστης λαϊκής νεοελληνικής μουσικής, "έντεχνης" και μή (που δικαίως δεν αξίζει κανένα διεθνές ενδιαφέρον, σαν κι αυτό που έχουν αποδείξει ότι αξίζουν π.χ. οι αντίστοιχες ιταλική και γαλλική). Για τέτοιους ανθρώπους η ροκ υπήρξε απλά κάτι περιστασιακό, μια "φάση" της ζωής τους, και όχι η ζωή τους. Το πρώτο τέτοιο παράδειγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι οι γνωστοί Τερμίτες του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα (πρώην P.L.G. Band).

Από την άλλη πάντως,πολλά διεθνών προδιαγραφών εγχώρια ροκ πράγματα που συνέβησαν, θάφτηκαν κάτω από την εγχωρίως επιβαλλόμενη ισοπεδωτική πολιτισμική ψευδοταυτότητα και τη γενικότερη ασημαντότητα της Νεοελλάδας (ή βρήκαν τη διεθνή αναγνώριση που τους άξιζε κατόπιν εορτής - βλ. π.χ. το γυναικείο '60s γκαράζ συγκρότημα των Girls που είδε ηχογραφήσεις του να περιλαμβάνονται σε διεθνείς ροκ ανθολογίες κάμποσες δεκαετίες μετά).
Ενώ "απειροελάχιστοι" είναι οι έλληνες ρόκερς που κατόρθωσαν, όχι απλώς να "παίξουν στα ίσια" τους διεθνείς, αλλά και να συνεισφέρουν στη ροκ με έργα ιστορικής -ή έστω "απλώς" διεθνούς- σημασίας. Τα μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού παραδείγματα, όπως π.χ. των Aphrodite's Child και του Σταύρου Λογαρίδη, απλώς επιβεβαιώνουν αυτόν τον κανόνα.



Αντιπροσωπευτικό σύνηθες πρωτοσέλιδο ημερησίων φυλλάδων από τα '80s. Εδώ πρόκειται για επεισόδια σε πανκ ροκ συναυλία στην Α.Σ.Ο.Ε.Ε. τον Οκτώβριο του 1984, που τελικά δεν έγινε λόγω συνδυασμένης δράσης φοιτητοπατέρων και αστυνομίας.

Σε κάθε περίοδο όμως υπήρχε ένας "κορμός" από καθαρόαιμους ροκ μουσικούς ενός ανεκτού (και συχνά παραπάνω απ' αυτό) μέσου επιπέδου, μπόλικος ενθουσιασμός και κυρίως ανάγκη κάποιων ανθρώπων, έτσι ώστε να δικαιούμαστε να μιλάμε για ελληνική ροκ σκηνή. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια η μέση ποιότητα δείχνει να έχει ανέβει αισθητά (κάλλιο αργά παρά ποτέ).

Η αλήθεια όμως που παραμένει είναι ότι ο κόσμος δεν θα ήταν φτωχότερος αν δεν είχε υπάρξει η εγχώρια ροκ (για όσους φυσικά δεν περιορίζουν τον κόσμο στην Ελλάδα...). Και παραμερίζοντας την όποια συναισθηματική αξία μπορεί αυτή να έχει για κάποιους, είναι επίσης αλήθεια ότι η εγχώρια ροκ, παρ' όλο που είχε τις "στιγμές" της, σε γενικές γραμμές δεν έχει -ακόμα- κάτι να πει στο ροκ κοινό άλλων χωρών (και γι' αυτό δεν το ενδιαφέρει όσο π.χ. οι προαναφερθείσες γαλλική, γερμανική κ.α.). Αλλά, όπως φαίνεται από τις παραπάνω ακαδημαϊκές εργασίες, (σημείωση από εμάς: διαβάστε ολόκληρο το εξαιρετικό άρθρο του ΥΠΝΟΒΑΤΗ για να ενημερωθείτε γι'αυτές) ανεξάρτητα από τις ισχνές διεθνείς "επιδόσεις" της η αυθεντική ροκ στην Ελλάδα (και όχι αυτή η ροκοφανής εκδοχή του νεοελληνικού τραγουδιού, που έφτιαξαν και φτιάχνουν διάφοροι άσχετοι με τη ροκ) κατόρθωσε να ανταπεξέλθει με επάρκεια στον κοινωνικό ρόλο της, όσο και η διεθνής: μουσικοί όπως π.χ. οι MGC, οι Εξαδάκτυλος, οι Σπυριδούλα, οι Μουσικές Ταξιαρχίες, τα Ξύλινα Σπαθιά, οι Last Drive, οι Γενιά Του Χάους, οι Metro Decay, οι South Of No North κ.α. κατόρθωσαν να μεταστοιχειώσουν στην Ελλάδα το διεθνές μήνυμα της ροκ, αποφεύγοντας τις περισσότερες φορές το κλισέ και τη συνθηματολογία, και να εκφράσουν κάποτε το δυτικότερο και ποιοτικότερο κομμάτι της νεοελληνικής κοινωνίας.
[...] Δεδομένου μάλιστα ότι (σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε σε άλλες μή αγγλόφωνες χώρες) η ροκ στην Ελλάδα αναγκάστηκε εξαρχής να λειτουργήσει σε ένα σχεδόν εχθρικό, αντιδυτικό και άρα τριτοκοσμικό περιβάλλον (παρά την υποκριτική δυτικοφανή του μόστρα) συνηγορεί υπέρ τού ότι θα έπρεπε μάλλον να τής αποδοθούν και εύσημα.

Πιτσιρικάδες στον σωστό δρόμο για την ανακάλυψη τής ψυχικής υγείας (φωτογραφία του Γιώργου Τουρκοβασίλη από το θρυλικό ροκ κλάμπ Σοφίτα στην Πλάκα το 1983)

Κάτι πολύ σημαντικό που πρέπει οπωσδήποτε να προσεχθεί είναι ότι η ελληνική δημώδης (αγγλιστί: folk) παράδοση τιμήθηκε μόνο από κάποιους εγχώριους ροκάδες (π.χ. τους Aphrodite's Child του "666", τους Socrates τού "Phos", τούς Ακρίτας τού Σταύρου Λογαρίδη, τους Εν Πλω και μερικούς άλλους) ενώ (όπως είχε επισημάνει ο Καστοριάδης) απαξιώθηκε εντελώς σχεδόν απ' όλους τους ισοπεδωτικά προβαλλόμενους "δεινοσαύρους" της ρωμηοσύνης (Θεοδωράκης, Μαρκόπουλος και άλλοι βυζαντινιστές και ανατολίτες). Ή, στην καλύτερη περίπτωση, είχε ευνουχιστεί και "αποστειρωθεί" από τη ζωντάνια της (βλ. περίπτωση Δ. Σαββόπουλου). Ο λόγος είναι, φυσικά, ότι η δημώδης παράδοση (μουσική και ποίηση) προϋπήρχε της ρωμηοσύνης (διεθνούς εγκυρότητας ερευνητές και λαογράφοι, όπως ο γάλλος Φωριέλ, τήν ιχνηλατούν μέχρι την αρχαιότητα), και ότι πρόκειται για αμιγώς λαϊκή δημιουργία, που αναπτύχθηκε "ανεξέλεγκτα" (δηλαδή μακριά από τα κέντρα και τους μηχανισμούς πολιτισμικής επιβολής τής βυζαντινής και νεώτερης ρωμηοσύνης). Η ανάδειξη και η πολιτισμική επικαιροποίηση τής -απαξιωμένης από την ρωμηοσύνη- ελληνικής δημώδους μουσικής αποτελεί τιμητική διάκριση για την εγχώρια ροκ και πολιτισμικό αίσχος για τη ρωμηοσύνη. Θα λέγαμε μάλιστα ότι η συνάντηση ροκ και δημώδους ελληνικής μουσικής (όχι όμως εις βάρος τής "πρωτοκαθεδρίας" τής πρώτης), αποτελεί και τη μόνη περίπτωση όπου μπορεί να γίνει σοβαρά λόγος για ελληνική ροκ (και όχι απλώς για ροκ "made in Greece"). Καθόλου συμπτωματικά επίσης, από εκεί προέρχονται, όπως είδαμε, οι πιο αξιόλογες διεθνώς στιγμές της εγχώριας ροκ (Aphrodite's Child, Ακρίτας, ή οι Socrates Drunk The Conium). Άλλωστε και για τη διεθνή ροκ, οι απανταχού δημώδεις παραδόσεις αποτελούσαν ανέκαθεν δομικό υλικό της (βλ. Μπομπ Ντύλαν, Τιμ Μπάκλεϋ, Byrds, Waterboys, Dead Can Dance ή οι εκπληκτικοί σημερινοί Trembling Bells κ.α.). Επομένως οι έλληνες ρόκερς που ανέδειξαν τη δημώδη μουσική ακολούθησαν με συνέπεια τις διεθνείς ροκ πρακτικές.
Ας μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η ίδια η ροκ προήλθε από έναν "γάμο" μεταξύ δημωδών μουσικών ιδιωμάτων όπως η κάντρυ και το μπλουζ.

Μια κυριολεκτική ΕΚΤΕΛΕΣΗ του παγκοσμίως γνωστού Malagueña (1928) από τους "δικούς" μας Invisible Surfers (από το άλμπουμ Dogs Killa Cat του 2002). Όλο το κυνικό χιούμορ, η χαρισματική αυθάδεια και η δημιουργικά αποδομητική δράση της ροκ έχουν ραντεβού σε αυτό το σερφο-γκαραζο-ψυχεδελο-πανκ "ανοσιούργημα". Μουσική, που σε επόμενη αποστολή τύπου Βόγιατζερ θα έπρεπε να σταλεί -μαζί με εκείνη του Τσακ Μπέρρυ- στο γαλαξιακό υπερπέραν, ως δείγμα των καλυτέρων ψυχικών χαρακτηριστικών του ανθρώπινου είδους...

     Θ.Λ.

Φωτογραφίες και κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από ένα άρθρο-σπουδή πάνω στο πολυεπίπεδο φαινόμενο "Ροκ στην Ελλάδα", του Θοδωρή Λαμπρόπουλου ή ΥΠΝΟΒΑΤΗ, με τίτλο ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΡΟΚ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ (και πέντε πράγματα που έχω καταλάβει σχετικά με αυτό)
Διαβάστε το ολόκληρο ΕΔΩ!!
O τίτλος της ανάρτησης είναι από εμάς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου