ΙΔΕΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΙ ΑΠΟΨΕΙΣ

Κάθε ανθρώπινο ον έχει μια ζωή να ζήσει...κάθε άνθρωπος είναι μια ξεχωριστή, θαυμαστή, μοναδική οντότητα, με άπειρες δυνατότητες!(Ο μύθος του "μέσου όρου" έχει καταρριφθεί πλέον και επιστημονικά, είναι μια επινόηση βολική του ισοπεδωτικού συστήματος που θέλει να κατέχει τους ανθρώπoυς και η συχνή επανάληψη της δήθεν ισχύος αυτού του μύθου-σύμφωνα και με γνωστές κι εφαρμοσμένες από παλιά ψυχολογικές τεχνικές- πείθει τους ανθρώπους να τον αποδεχτούν, όπως και τόσους άλλους μύθους που διαφεντεύουν τη σκέψη και τη ζωή τους!)

 Κάθε άνθρωπος έχει και μια ιστορία να διηγηθεί...Οι ιδέες, οι εμπνεύσεις , τα όνειρα των ανθρώπων στροβιλίζονται με τους (κοσμικούς) ανέμους μέχρι τα πέρατα των κόσμων...Μια ολόκληρη "νοόσφαιρα" πάνω απ'τα κεφάλια μας, που η πρόσβαση σ'αυτή μας ανοίγει παράθυρα "για αλλού", μας μεταμορφώνει, μας κάνει πιο συνειδητοποιημένους, πιο σοφούς, μας μπολιάζει με Ουσία και πληρότητα! Και μας μετατρέπει σε Ανθρώπους...
  
   ας εμπιστευθούμε λοιπόν "το σφύριγμα των ανέμων" κι ας παρασυρθούμε στο στροβίλισμά τους με ανοιχτή καρδιά...

   ποιος ξέρει σε ποια θαύματα μπορούμε να γίνουμε συμμέτοχοι και σε τι μυστικά κοινωνοί..!

ανιχνευτής





  • "Αγάπη..."

Παντελής Γιαννουλάκης


...Η αγάπη δημιουργεί τα σύμπαντα, νικά την εντροπία. Η αγάπη, κυρίες και κύριοι, και η αλλόκοτη δημιουργική τρέλα μέσα στη νύχτα, που φτιάχνει καθεδρικούς ναούς στον άνεμο, στιχάκια που τα ακούνε μόνο οι άγγελοι, παράξενα γλυπτά και πυρετικούς πίνακες και μουσικές ανήκουστες, εκκεντρικές θεωρίες και συγκλονιστικές ανακαλύψεις, εξερευνήσεις, λογοτεχνίες και τέχνη κι αριστουργήματα που θα ξεχαστούν, όπως κι οι άνθρωποι που τα σκάρωσαν, που δεν είναι πια παρά σκιές, κι όμως μένει η μνήμη, που δεν σώζεται πουθενά –όλα τα κεφάλια θα χαθούν– αλλά υπάρχει, και θα υπάρχει μέχρι να χαθεί κι ο τελευταίος από εμάς, πέρα από τις εξόδους της νύχτας. Στο άπειρο. Εκεί που όλα δεν τελειώνουν ποτέ, και μόνο αρχίζουν…




  •  "Οι άλλοι"
(μια αλληγορική ιστορία για τη διαφορετικότητα και την ανάγκη για αγάπη όλων των πλασμάτων...)

"Ξύπνησε από ένα παράξενο θόρυβο.

Κατσαρολικά και μαχαιροπήρουνα από τη μεριά της κουζίνας. Η κουζίνα ήταν ένας απαγορευμένος χώρος του σπιτιού. Κανείς δεν είχε εισχωρήσει εκεί τα τελευταία 20 χρόνια. Από τότε που η μητέρα εγκατέλειψε τα εγκόσμια.
Πετάχτηκε από το κρεβάτι του φουριόζος...άνοιξε με δύναμη την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, έδωσε ένα πήδο στο σαλόνι και βρέθηκε στο πάσο που χώριζε τη κουζίνα από το υπόλοιπο σπίτι.
Εκεί μπροστά στο νεροχύτη, με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος του στέκονταν εκείνη. Πλάτη σκοτεινή από τη σκιά που δημιουργούσε το φως που έμπαινε από τη μεριά του παραθύρου της κουζίνας. Σκοτεινή, σχεδόν άυλη, σαν φάντασμα, οπτασία γυναίκας, ‘ω θεέ μου, έτσι είναι οι γυναίκες λοιπόν’, γυμνή φιγούρα, γυμνή γυναίκα, με τους χυμώδεις γλουτούς να διαγράφονται ξεκάθαρα στο σκοτάδι της σκιάς, ‘ω θεέ μου, τι έκανα;’.
Άρχισε να θυμάται...Εχτές το βράδυ δεν γύρισε σπίτι μόνος...δεν γύρισε σπίτι στις 7:10 όπως κάθε βράδυ τα τελευταία 20 χρόνια.
Όχι...Γύρισε με παρέα, πως το τόλμησε αυτό;, με μια γυναίκα, αυτή που τώρα στέκονταν γυμνή μπροστά στον νεροχύτη, μέσα στη σκιά, πλένοντας τα πιάτα από το χτεσινό τους γλέντι.
Εκείνη αντελήφθη την παρουσία του. Γύρισε αργά...καλημέρα αγάπη μου, του είπε καθώς το δεξί της αυτί κρέμονταν αφύσικα υπερμέγεθες χαϊδεύοντας τον δεξιό της ώμο.
Έκανε ένα βήμα πίσω. Κρύος ιδρώτας έτρεξε στο μέτωπο του. Οπισθοχώρησε κι άλλο, έκανε μεταβολή και έτρεξε γρήγορα στο μπάνιο. Έκλεισε ορμητικά την πόρτα πίσω του και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη με τα μάτια κλειστά. Αρνιόταν να τα ανοίξει όσο κι αν η λογική του τον διέταζε να το κάνει.
Ανασήκωσε αργά το χέρι του, με φόβο και αγωνία. Το έφερε στο ύψος της μύτης του και την ψηλάφισε με απελπισία. ‘Όχι θεέ μου...’ η μύτη του βρίσκονταν στην θέση της• δηλαδή η άκρη της ακουμπούσε μεγαλοπρεπώς στην άκρη του πηγουνιού του. Σαν άδεια σαμπρέλα. Σαν ξεφουσκωμένο μπαλόνι. Όπως πάντα. Όλα ήταν ένα όνειρο λοιπόν, ένα όμορφο όνειρο;
Πήρε την πλαστική μύτη από το συρτάρι του επίπλου του μπάνιου, και την προσάρμοσε προσεκτικά, όπως έκανε κάθε πρωί, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του. Σκούπισε το δάκρυ που έτρεχε από το μάτι του, πήρε βαθιά ανάσα και βγήκε.
Εκείνη εμβρόντητη, στέκονταν έξω οπό το μπάνιο και τον περίμενε να εμφανιστεί.
‘Αγάπη μου;’
Το αυτί της κρέμονταν με τόσο γελοίο τρόπο, που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει το γέλιο του.
Εκείνη κατάλαβε. Βούρκωσε και γύρισε την πλάτη. Στην κρεβατοκάμαρα βρήκε τα εσώρουχα και το φουστάνι της. Τα φόρεσε γρήγορα. Στο σαλόνι αναποδογυρισμένα ήταν τα παπούτσια της. Τα έβαλε γρήγορα και πήρε την τσάντα της. Γύρισε να τον κοιτάξει. Εκείνος είχε καθίσει μπροστά στο τζάμι του μπαλκονιού και κοίταζε αφηρημένος τον ορίζοντα. Ούτε ένα βλέμμα δεν της έριξε καθώς εκείνη με τα δάκρυα να κυλάνε τώρα στα μάγουλα άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω στον παγωμένο αέρα του Δεκέμβρη.
Το χτύπημα της πόρτας τον έβγαλε λίγο από την αφασία του.
‘Έφυγε; Στο διάολο λοιπόν...Με κορόιδεψε...μ’ έκανε να πιστέψω για λίγο...αλλά ήταν ένα ψέμα’.
Την είδε να βγαίνει στον δρόμο, ήταν χειμώνας, όλα νεκρά γύρω, όπως και η καρδιά του, όπως και η δική της...όλα νεκρά...
Το αυτί της δεν το είχε φτιάξει...κρέμονταν στον δεξιό της ώμο, σαν ασυγχώρητη αμαρτία. Οι περαστικοί την κοίταζαν περίεργα. Εκείνη έκλεγε...
‘Μητέρα γιατί η μύτη μου κρέμεται τόσο μεγάλη μέχρι τα χείλη μου;’
‘Είναι άνθρωποι, που κουβαλάνε τον δικό τους σταυρό, παιδί μου. Ο Θεός μας στέλνει διάφορα βάσανα για να μας δοκιμάσει’
‘Εσένα τι σου έχει στείλει μαμά;’
‘Εσένα αγόρι μου. Ο Θεός μου έδωσε ένα παιδί-τέρας για να δοκιμάσει την πίστη μου’.
Εκείνη έκλεγε και οι περαστικοί τη κοίταζαν περίεργα. Κάποιοι χασκογελούσαν ηλίθια και έκαναν βλακώδεις χειρονομίες ο ένας στον άλλον.
‘Και τι θα κάνω τώρα με αυτήν την μύτη μαμά;’
‘Θα κρύβεσαι αγόρι μου...’
Ήταν πέντε χρονών όταν του χάρισαν την πρώτη πλαστική μύτη. Μπορούσε τώρα να κρύψει την αναπηρία του, να περνάει σαν φυσιολογικός άνθρωπος. Μέσα στην πλαστική μύτη έκρυψε όλη του την ντροπή, ποτέ όμως δεν μπόρεσε να νοιώσει ελεύθερος από τη φυσική του μειονεξία. Η αναπηρία του ήταν πάντοτε εκεί από κάτω να του θυμίζει κάθε βράδυ ότι δεν ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Ότι δεν είχε δικαίωμα να σκέφτεται, να νοιώθει, να ζει. Ήταν πάντοτε ένας άλλος, κάποιος που κρύβεται πίσω από μια μάσκα, και συνεπώς δεν μπορεί να έχει αληθινή ζωή• δεν μπορεί να βγάλει δημοσίως τη μάσκα γιατί αυτομάτως θα γινόταν ο περίγελος της κοινωνίας, ο άνθρωπος ελέφαντας, όπως αρέσκονταν να λοιδορεί τον εαυτό του, το τέρας της φύσης που θα έπρεπε να βρίσκεται στο κλουβί κάποιου τσίρκου κι όχι να συναγελάζεται με την υγιή, αστιγμάτιστη κοινωνία.
Ξανακοίταξε στον δρόμο. Εκείνη είχε σταθεί τώρα στον στύλο του ηλεκτρικού ρεύματος στην απέναντι γωνία. Ήταν φανερό ότι έλεγε με λυγμούς. Γύρω της είχαν μαζευτεί 6-7 άνθρωποι. Περίεργοι άνθρωποι που ασφαλώς μυρίστηκαν αίμα, σκέφτηκε ο Κ., και πλησίασαν να ξεδιψάσουν.
Εχτές το βράδυ την πλησίασε. Πέντε χρόνια εργάζονταν μαζί. Στο ίδιο γραφείο. Του άρεσε, αλλά δεν τολμούσε να της μιλήσει. Ήξερε πως ήταν μόνη της, αλλά σκέφτονταν πάντα το κουσούρι με τη μύτη του και έκανε πίσω. Εκείνης της άρεσε και τον φλέρταρε, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, ενώ έδειχνε ότι κι εκείνου του αρέσει, πάντα την τελευταία στιγμή κάτι τον κρατούσε κι έκανε πίσω. Η Α. άρχισε να ανησυχεί ότι ο Κ. κάτι ήξερε για εκείνη. Κάτι που δεν έπρεπε να μαθευτεί. Αλλά από πού κι ως πού εκείνος μπορούσε να ξέρει
Ήταν κάτι που το είχε σαν επτασφράγιστο μυστικό. Κάτι που ήξερε μονάχα η μητέρα της. Όταν εκείνη πέθανε, κανένας άνθρωπος δεν γνώριζε πια το κουσούρι της. Το έκρυβε επιμελώς πίσω από ένα πλαστικό αυτί που της είχαν χαρίσει οι γονείς της όταν ήταν ακόμη πέντε χρονών.
Όχι! Ο Κ. δεν μπορούσε να ξέρει τίποτε. Τότε λοιπόν; Τι ήταν εκείνο που τον συγκρατούσε από το να φανερώσει τον έρωτά του για εκείνη; Συμπέρανε ότι ήταν απλά ένας αντικοινωνικός, ντροπαλός άνδρας. Τον πλησίασε πρώτη.
‘Μα τι κάνουν εκείνοι εκεί κάτω γύρω από την Α.;’ μονολόγησε ο Κ. Όλοι έκαναν κάποιες γελοίες κινήσεις. Άλλος έξυνε την μύτη του, άλλος το αυτί του, άλλος τον αγκώνα του.
‘Τι να κάνω αν μου αρέσει ένα κορίτσι μητέρα;’
‘Να φύγεις μακριά γιε μου...’
Εχτές το βράδυ εκείνη του μίλησε ξεκάθαρα. Του είπε ότι της αρέσει και ήθελε να βγούνε. Ο Κ. δεν μπορούσε να αντισταθεί. Ήταν 25 χρονών και δεν είχε ποτέ σχέση με γυναίκα. Όταν του μιλούσε η Α. ένοιωθε τη φύση του να επαναστατεί. Κάτι θέριευε μέσα του και ανάμεσα στα πόδια του. Είπε ναι.
Τώρα γίνονταν μεγάλο σούσουρο εκεί γύρω από τον στύλο του ηλεκτρικού. Άνοιξε το παράθυρο και βγήκε στο μπαλκόνι. Ο παγωμένος αέρας τον συνέφερε από τις σκέψεις του. Τουλάχιστον 10 άντρες είχαν περιστοιχίσει την Α. και της μιλούσαν. Πολλοί είχαν απλώσει τα κουλά τους και τη χάιδευαν, χα...τη χούφτωναν θα έλεγε ο Κ. Εκείνη γύρισε το βλέμμα προς το μπαλκόνι του. Ήταν ένα βλέμμα που εκλιπαρούσε για βοήθεια. Ήταν ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη, και συμπόνια, και κατανόηση, και συγγνώμη. Ήταν ένα βλέμμα σαν και εκείνο που του είχε χαρίσει εχτές το βράδυ στο μπαρ, όταν ο Κ. μέσα στη ζάλη του ποτού και τη λιγωμάρα του έρωτα, βαρέθηκε να παίζει τον ρόλο του και της είχε αποκαλύψει το μεγάλο του μυστικό. Τον λόγο που ενώ την ήθελε όπως το ξερό χώμα τη βροχή, δεν τολμούσε να ανταποκριθεί στον έρωτά της. Της αποκάλυψε το κουσούρι του κι εκείνη του είπε απλά και ερωτικά ‘πήγαινε με σπίτι σου’.
Την πήγε σπίτι του και ακολούθησε μια νύχτα που ο Κ., ποτέ δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να ζήσει ανθρώπινο πλάσμα. Την ηδονή αυτή την φαντάζονταν ως προνόμιο των θεών, απαγορευμένη στους κοινούς θνητούς.
Το βλέμμα της τον κάρφωνε ικετευτικά ζητώντας βοήθεια. Οι άνθρωποι γύρω της γελούσαν, κάγχαζαν δυνατά, έκαναν γκριμάτσες, κάποιος τραβούσε επιδεικτικά τον δεξιό λοβό του αυτιού του, και έκανε συσπάσεις στο πρόσωπό του σαν σπαστικός. Εκείνη προσπαθούσε να ξεφύγει. Τον κοίταζε και προσπαθούσε να σπάσει τον κύκλο.
Οι άνθρωποι γύρισαν προς το μέρος του.
‘Ε, μεγάλε εσένα κοιτάζει το φρικιό...Σ’ ερωτεύτηκε φαίνεται’ φώναξε κοροϊδευτικά προς το μέρος του ένας χοντρός, κοντός με σπυριά στο πρόσωπο.
Ο Κ. οπισθοχώρησε. Ασυναίσθητα σήκωσε το χέρι του στη μύτη. Το πλαστικό ομοίωμα ήταν στη θέση του, δόξα τω Θεώ, όλα ήταν υπό έλεγχο.
Η ομήγυρης των γελοίων είχε στήσει ένα άθλιο γαϊτανάκι γύρω από την άτυχη κοπέλα, που το μόνο σφάλμα της ήταν ότι δεν του είχε αποκαλύψει το μυστικό της νωρίτερα...
‘Μητέρα τι να κάνω;’
‘Είναι ένα τερατογέννημα παιδί μου, μείνε μακριά’
‘Μα εγώ τι είμαι, μητέρα;’
‘Ποτέ δεν βγήκες, παιδί μου, στον κόσμο, χωρίς την πλαστική σου μύτη!...Για τον κόσμο είσαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Μη διακυβεύεις την αξιοπρέπειά σου...’
Η Α. κοίταξε για μια τελευταία φορά προς το μέρος του. Με βλέμμα γεμάτο τρόμο και απελπισία. Εκείνος έσκυψε το κεφάλι κοιτάζοντας τα πλακάκια του μπαλκονιού. Όταν ξανασήκωσε τα μάτια του, πρόλαβε να δει την άκρη του φουστανιού της καθώς εκείνη ορμούσε έξω από τον κύκλο των βανδάλων, εντελώς απροστάτευτη, γυμνή, στη βαναυσότητα της απαστράπτουσας στον ήλιο λεωφόρου. Το πρώτο αυτοκίνητο δεν σταμάτησε όταν το σώμα της τινάχτηκε σαν χτυπημένο από κεραυνό στον αέρα. Ούτε το δεύτερο που την εκτόξευσε πολλά μέτρα πιο πέρα. Το τρίτο αναγκάστηκε να σταματήσει όταν το άψυχο κορμί της προσγειώθηκε στο παρμπρίζ διαλύοντας το τζάμι του.
Δεν έβγαλε ούτε μια κραυγή. Αντίθετα από εκείνον που φώναξε σπαρακτικά ‘Α. ...’ και πήδηξε στο κενό πέρα από τα κάγκελα του μπαλκονιού του.
Ένα τσούρμο περίεργων ήταν μαζεμένο πάνω από δυο άψυχα σώματα στη μέση της λεωφόρου.
Εκείνη πανέμορφη, με γαλήνιο βλέμμα κοιτούσε το άπειρο. Εκείνος με μια αγωνία ζωγραφισμένη στο τελευταίο του πρόσωπο έτεινε τα χέρια του μπροστά σε μια προσπάθεια να την αγκαλιάσει.
Ήταν και οι δυο νέοι και όμορφοι. Μα είχαν κάτι περίεργο. Εκείνη ένα τεράστιο δεξιό λοβό που κολυμπούσε τώρα μέσα στο αίμα. Κι εκείνος μια κρεμασμένη υπερμεγέθη μύτη, σχεδόν χωμένη μέσα στο άπνοο στόμα του.
Πιο πέρα από εκεί που κείτονταν τα σώματά τους κάποιος βρήκε ένα πλαστικό ομοίωμα μύτης και στην ανοιχτή τσάντα της Α. η αστυνομία ανακάλυψε ένα τέλειο πλαστικό ομοίωμα αυτιού..."
Άρης Σείριος



  •  Η αρχή του κενού




  • Περί απροσάρμοστων (Μάρτιν Λούθερ Κινγκ)




  • Πες Μου Μία Ιστορία… Την Δική Σου !




           από Stavroula Xoxlidaki  

Πες μου ποιος είσαι μέσα σε πέντε λεπτά ή λιγότερο. Μην κρύψεις τίποτα και μην τα ωραιοποιήσεις. Απλά πες μου την ιστορία σου στο πι και φι! Θα έλεγα Πες μου τον Σκοπό σου (γιατί ζεις;) με τρεις λέξεις. Μπορείς;
Πολλοί άνθρωποι δεν έχουν σκεφτεί ποτέ ποια είναι η προσωπική τους ιστορία, η ιστορία της ζωής του, όπως αυτή υπάρχει κάπου σε κάποια βαθιά πλευρά της ψυχής τους. Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι μπορεί να μην υπάρχει κάτι άλλο περισσότερο δυνατό που να περιγράφει την εμπειρία σου και το πόσο χαρούμενος είσαι.
Οι ιστορίες σου επηρεάζουν την ίδια την αντίληψή σου για τον κόσμο που σε περιβάλλει. Πώς; Μία έρευνα από το scienceNOW έδειξε ότι οι αισθητήριες περιοχές του εγκεφάλου (περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται όταν δίνουμε προσοχή προς τον έξω κόσμο) ήταν ανενεργές όταν τα άτομα άκουγαν με την κυριολεκτική γλώσσα. Όμως, όταν άκουγαν μεταφορική γλώσσα—ιστορίες που περιέγραφαν τον έξω κόσμο—οι αισθητήριες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνταν.
Με λίγα λόγια, οι μεταφορές στο λόγο και άλλες ιστορίες είναι βαθιά συνυφασμένες με με την ανθρώπινη επικοινωνία και φαίνεται ότι έχουν να κάνουν με το πώς αντιλαμβανόμαστε στον κόσμο.
Όταν γνωρίζεις ποια είναι η προσωπική σου ιστορία, τότε έχεις τον έλεγχο μίας αόρατης δύναμης που διαμορφώνει σιωπηλά την αντίληψή σου για τον κόσμο και το δρόμο που παίρνει η ζωή σου. Είναι ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι της ταυτότητάς σου, που πολύ άνθρωποι φαίνεται να αγνοούν.
Οι υγιείς και χαρούμενοι άνθρωποι έχουν προσωπικές ιστορίες που αντικατοπτρίζουν ωριμότητα, ισορροπία και αποδοχή της αλήθειας. Ωστόσο, οι προσωπικές ιστορίες δεν ξεκινούν πάντα με αυτό τον τρόπο. Χρειάζεται να είναι ενημερωμένες ώστε να ταιριάζουν με την ηλικία σου και την εμπειρία σου τωρα.
Η παρακάτω απλή άσκηση θα σου αποκαλύψει ποια είναι η προσωπική σου ιστορία τη δεδομένη στιγμή. Κάνε το και ανακάλυψε πώς ο ασυνείδητος νους σου ακολουθεί την ιστορία της ζωής σου.
> Γράψε μέσα σε πέντε λεπτά ή λιγότερο σε ένα χαρτί την ιστορία της ζωής σου.
> Μην κάνεις καμία διόρθωση, καμία πρόβα στο κείμενο, μην έχεις δισταγμούς.
> Σκέψου τι θα έλεγες σε έναν πρόθυμο να σε ακούσει, αλλά ξένο σε εσένα;
> Διάβασε την φωναχτά.
> Τι Νοιώθεις;
> Είναι αυτή η ιστορία της ζωής σου αν ακολούθησες τα βήματα σωστά,
> Τώρα ό,τι δεν σου αρέσει, άρχισε να το αλλάζεις, όσο προλαβαίνεις.
Κι όταν ανακαλύψεις την προσωική σου ιστορία … ετοιμάσου να την διαγράψεις, αν θέλεις να είσαι ένας Ελεύθερος άνθρωπος.




  •   To "βλέμμα του περιθωριακού"....




  • Ιστορίες της φιλοσοφίας του Ζεν....




Η φύση των πραγμάτων: Δύο μοναχοί έπλεναν τις κούπες τους στο ποτάμι, όταν είδαν έναν σκορπιό να πνίγεται. Ο ένας μοναχός, αμέσως τον άρπαξε και τον άφησε δίπλα στην όχθη. Κατά την διάρκεια, ο σκορπιός τον τσίμπησε. Καθώς συνέχισε να πλένει την κούπα του, ο σκορπιός και πάλι έπεσε στο νερό. Ο μοναχός και πάλι τον έσωσε, ενώ ο σκορπιός και πάλι τον τσίμπησε.
Ο άλλος μοναχός τον ρώτησε «αδελφέ μου, γιατί συνεχίζεις να τον σώζεις, αφού το γνωρίζεις ότι είναι στην φύση του σκορπιού να τσιμπάει;» «Διότι είναι στην δική μου φύση να σώζω» απάντησε ο μοναχός.





Όχι άλλες ερωτήσεις: Ένας ψυχίατρος, συνάντησε έναν δάσκαλο Ζεν σε κάποιο κοινωνικό γεγονός. Έτσι, είχε την ευκαιρία να τον ρωτήσει κάτι που καιρό τον απασχολούσε. «Πως ακριβώς βοηθάς τους ανθρώπους;» τον ρώτησε. «Με το να τους φτάνω εκεί που δεν έχουν να κάνουν άλλες ερωτήσεις» απάντησε ο δάσκαλος.


Γνωρίζοντας τα ψάρια: Μια μέρα, ο Chuang Tzu και ο φίλος του έκαναν βόλτα δίπλα στο ποτάμι. «Κοίτα τα ψάρια που κολυμπάνε» είπε ο Chuang Tzu «το διασκεδάζουν» «Δεν είσαι ψάρι» του απάντησε ο φίλος του «άρα δεν μπορείς πραγματικά να ξέρεις ότι το διασκεδάζουν» «Δεν είσαι εγώ» απάντησε ο Chuang Tzu «άρα πως ξέρεις ότι εγώ δεν ξέρω ότι το διασκεδάζουν;»


Κυνηγώντας δύο λαγούς : Ένας μαθητής των πολεμικών τεχνών, πλησίασε τον δάσκαλό του λέγοντάς του «θα ήθελα να βελτιώσω τις γνώσεις μου στις πολεμικές τέχνες. Γι αυτό, παράλληλα με την μαθητεία μου μαζί σου, θα ήθελα να μαθητεύσω και με άλλον έναν δάσκαλο, διαφορετικού στυλ. Πως σου φαίνεται αυτή η ιδέα;» Ο δάσκαλος απάντησε «ο κυνηγός που κυνηγά δύο λαγούς, τελικά δεν θα πιάσει κανέναν»



Ποιος και Τι είσαι;  Ένας Αυτοκράτορας, κάλεσε έναν φημισμένο Δάσκαλο Ζεν στο παλάτι του, για να του θέσει μερικές ερωτήσεις σχετικά με το ΖΕΝ. «Ποιά είναι η ανώτατη αλήθεια;» Ρώτησε ο Αυτοκράτορας. «Η απόλυτη κενότητα… και ούτε ίχνος αγιοσύνης» απάντησε ο Δάσκαλος. «Εάν δεν υπάρχει αγιότητα» απόρησε ο Αυτοκράτορας «τότε εσύ ποιος και τι είσαι;»
«Δεν ξέρω» απάντησε γαλήνια ο Δάσκαλος.




  • " ΤΑ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ" και μια απόπειρα...παρουσίασής τους  (για να φωτίζουν καλύτερα τα βήματά μας στο ΧΑΟΣ που αέναα εναλάσσεται σε Τάξη....)
 (αυτή η ενότητα είναι αφιερωμένη σε μια πολύ ξεχωριστή  οντότητα που ακούει στο νεραϊδίσιο όνομα  Αιθηρόη)

Δεν έχει σημασία πόσο γρήγορα το φως ταξιδεύει… βρίσκει πάντοτε το σκοτάδι να είναι εκεί πρώτο…
Και όταν το φως ΛΑΜΠΕΙ , το σκοτάδι δεν κρύβετε, αλλά… Δια-λυεται…
--------------------------
Στην αληθινή ερώτηση… έρχεται η απάντηση…
------------------
Δεν είναι για το αγγείο το νερό… αλλά για εκείνον που είναι διψασμένος….
------------------
Αν θέλεις να «Γνωρίσεις»… κλείσε τα μάτια…
-----------------
Τόσα μέσα σου παίρνεις… όσα αντέχεις να δίνεις…
-----------------
Ο άνθρωπος δεν βλέπει τίποτα άλλο, εκτός από αυτό που υπάρχει στο μυαλό του…
----------------
Κάθε ανθρώπινη σκέψη, όταν εξελίσσεται, περνά σε έναν άλλο κόσμο και γίνεται μια ενεργητική ύπαρξη…
----------------
Καλλιεργώντας μια καθαρότερη και ανώτερη «φαντασία», δημιουργούμε και την ανάλογη ζωή και προοπτικές…
----------------
Αυτό που αγαπάς πολύ… είναι και αυτό που ταιριάζει να γίνεις…
-----------------
Ένα θαύμα, είναι η εκδήλωση νόμων που αγνοούν οι άνθρωποι…
-----------------
Τα «πράγματα»… γίνονται πάντα αυτό που Είναι…
----------------
Το ανθρώπινο πλάσμα… είναι το «βιβλίο» μέσα στο οποίο έχουν καταγραφεί όλα τα μυστήρια…
-----------------
Η φύση και η δύναμη μιας ασθένειας, πρέπει να ανακαλύπτεται από το Αίτιο και όχι από το σύμπτωμα…
-----------------
Η Φύση είναι «γλύπτης»… προικίζει τα πάντα με μορφή, που είναι και Ουσία… Έτσι η μορφή, αποκαλύπτει την Ουσία…
----------------
Οι λέξεις, δεν είναι παρά οι «φορεσιές» των ιδεών…
---------------
Η δύναμη, προέρχεται από την γνώση, την κατανόηση και την αλήθεια… Στέρησε τα παιδιά σου από αυτά, και τους στερείς το δικαίωμα να «μεγαλώσουν»…

από την ΑΙΘΗΡΟΗ


Να έχετε αγάπη στην καρδιά, φως στο πνεύμα, 
θάρρος στην ψυχή και αλήθεια στο στόμα...


  • "Ο κόσμος δεν είναι η γειτονιά μας"

ΚΟΣΜΟ οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν τον ΕΝΑΣΤΡΟ ΦΩΤΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΑΣΤΡΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΟΥΡΑΝΟ & ΕΝΑΣΤΡΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ και όχι τον κοινωνικό επίγειο περίγυρο. Η πρώτη ερμηνεία της λέξης έχει διατηρηθεί και στην αγγλική γλώσσα- δες σε λεξικό αγγλικό: cosmos


 Αλήθεια σκεφτήκατε πόσες διαφορετικές ερμηνείες μπορείτε να λάβετε από διαφορετικούς ανθρώπους γι αυτή τη θαυμαστή λέξη; Από έναν ιερέα, έναν ανθρωπολόγο, ένα μικροβιολόγο, ένα φυσικό ή κβαντικό φυσικό, ένα μαθηματικό, έναν πολιτικό, ένα αστυνομικό, έναν διαρρήκτη, το φούρναρη της γειτονιάς; Ο καθένας θα χρωματίσει τη λέξη (όπως γίνεται με τις περισσότερες, αν οχι και όλες σχεδόν) και θα τη προσδιορίσει ανάλογα με τις δικές του αντιλήψεις, γνώσεις, ενδιαφέροντα και σημεία αναφοράς!


Ας ακούσουμε τι έχει να μας πει για τον "κόσμο" και τη σχέση με αυτόν του καθενός από μας και όλων μαζί συνάμα, με το δικό του μοναδικό τρόπο ο σπουδαίος σύγχρονος συγγραφέας- εξερευνητής του Άγνωστου(το οποίο πάνω απ'όλα εδρεύει μέσα μας) Παντελής Γιαννουλάκης, σε κάποια επιλεγμένα αποσπάσματα από το άρθρο του "ο κόσμος δεν είναι η γειτονιά σου"(παρεπιμπτόντως, προτείνω να διαβάσετε το βιβλίο του "τα ψάρια δεν ξέρουν ότι βρέχει" που αποτελεί ένα απάνθισμα άρθρων του).

                                             
                                    ανιχνευτής



................................................................................................................................


Αν η κοντινή σας αλήθεια (της γειτονιάς σας) σας φαίνεται τόσο αληθινή ώστε να μοιάζουν εξωπραγματικές οι μακρινές σας αλήθειες, (γεγονός που καθιστά το ανθρώπινο Φανταστικό τόσο ακραία εξωπραγματικό), φανταστείτε –αν μπορείτε– πόσο εξωπραγματικές είναι για σας οι αλήθειες που βρίσκονται πολύ πιο πέρα από την ανθρώπινη φαντασία. Διαλογιστείτε λίγο πάνω σ’ αυτό, ίσως εμπνευστείτε για το πόσο μικροσκοπικές είναι οι«αλήθειες» μας.


Όχι, δεν είναι ψεύτικες, (τίποτε δεν είναι ψεύτικο σε ένα σύμπαν άπειρων πιθανοτήτων), είναι απλά ασήμαντες. Έξω από τα στενά τους πλαίσια (όπου κι αν είναι αυτά) κανείς δεν δίνει δεκάρα γι’ αυτές, ενώ εσείς έχετε ολόκληρα «διπλώματα» στη χρήση τους. Κατά πόσο μπορεί ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος να δεχτεί αδιαμαρτύρητα το ότι είναι απίστευτα ασήμαντος; Δεν θα το δεχτεί ποτέ, και καλά θα κάνει. Μπορείτε όμως να φανταστείτε τι πράγματα θα σκαρφιστεί για να μην το δεχτεί; Τον βλέπετε πόσο σοβαρός φαίνεται (και νιώθει) καθώς επιχειρηματολογεί;

Ο κόσμος που βλέπουμε γύρω μας δεν είναι στ’ αλήθεια γύρω μας, αλλά μέσα στο μυαλό μας. Η απαγορευτική πινακίδα που βλέπω στη γωνία του δρόμου της πόλης, δεν είναι στ’ αλήθεια στη γωνία του δρόμου, είναι μέσα στο μυαλό μου. Οι άνθρωποι που βλέπω, δεν ζουν γύρω μου, ζουν μέσα στο μυαλό μου (και δεν ξέρω ποιοι είναι στ’ αλήθεια, εγώ ξέρω μόνο εμένα, κι αυτά που ξέρω γι’ αυτούς δεν είναι παρά πράγματα που ξέρω για μένα, μεταμφιεσμένα)…

Δεν βλέπουν τα μάτια μας τον κόσμο. Το μυαλό μας είναι που τον βλέπει.

............................................................................................................
Οι περισσότεροι άνθρωποι περπατούν με σκυμμένο το κεφάλι, σαν υπνωτισμένοι, ή απλά κοιτούν το κενό, ρίχνοντας κατά καιρούς μία ματιά γύρω τους για να δουν αν όλα πάνε καλά. Έτσι, ανακάλυψα ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στο δρόμο είναι υπνωτισμένοι, λειτουργούν σαν υπνωτισμένα ανδρείκελα!… Μπορείτε να φανταστείτε μία τέτοια εικόνα; Ένας άνθρωπος περπατά στο δρόμο και όλοι πέφτουν επάνω του, χωρίς αυτός να κάνει τίποτα. Απλώς βαδίζει κανονικά και απερίσπαστα σε μία ευθεία γραμμή…

Αν με αυτόν τον τρόπο κίνησης –πηγαίνοντας συνειδητά «αντίθετα στο ρεύμα»– διαχώρισα για λίγο τον εαυτό μου από το «πλήθος», συνειδητοποιώντας ότι το πλήθος λειτουργεί σαν υπνωτισμένο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συμμετείχα καθοριστικά και εγώ στην εικόνα του πλήθους, ότι δεν ήμουν κι εγώ ένας ακόμη από το «πλήθος».


Όλοι μας είμαστε «το πλήθος», αυτό που κατοικεί στην πόλη, η «μεγαβιακή» συλλογική οντότητα που αποτελείται από «μικρόβια» που ενοικούν στον ξενιστή που αποτελεί το σώμα της πόλης. (Εμείς είμαστε αυτά τα «μικρόβια». Το «πλήθος» –η συλλογική μας οντότητα– είναι το «μεγάβιο»). …και, δεν είμαστε παρά αμελητέοι εαυτοί που ζουν μέσα στο Matrix.

Πρέπει να μπορώ να διαχωρίσω τον εαυτό μου από το Matrix της κοινής πραγματικότητας, για να μπορώ να πω ότι υπάρχω ως ελεύθερο άτομο, ως ανεξάρτητη μοναδιαία οντότητα.

Πρέπει να έχω τον ανεξάντλητο πόθο να γνωρίσω ποιος στ’ αλήθεια είμαι, να αποκλείσω τα πράγματα που δεν είμαι, να επιχειρήσω να αφαιρέσω τον εαυτό μου από αυτό που με περικλείει.

Πρέπει να περάσω από το συμβατικό στο εναλλακτικό, από το κοινό στο προσωπικό, να περάσω από το παραδεκτό στο απαράδεκτο, από το κεντρικό στο εκκεντρικό.
.....................................................................................................................


Οι περισσότεροι σύγχρονοι στοχαστές κατά βάθος πιστεύουν ότι όλα τα πράγματα που μπορεί να σκεφτεί κανείς, συμπεριλαμβανομένου και του μοναδιαίου εαυτού μας, ξεπηδούν από την ανθρώπινη συνείδηση κάποια συγκεκριμένη στιγμή, γεννιούνται από τη συνείδηση.


Για παράδειγμα, αν σκέφτεσαι την πόλη, ή στοχάζεσαι πάνω στο τι ακριβώς είναι μια πόλη, κάπου μέσα στις σκέψεις σου υπάρχει κρυφά εκείνη η πρώτη σκέψη που έκανες για την πόλη όταν έμαθες για πρώτη φορά στη ζωή σου τι είναι μια πόλη. Από τότε συνέβη μια αλυσιδωτή αντίδραση σκέψεων και πληροφοριών, που οδήγησε σε οτιδήποτε ξέρεις και οτιδήποτε σκέφτεσαι για την πόλη στη συνείδησή σου της πόλης. Δηλαδή, η πόλη για σένα είναι κάτι που ξεπήδησε αποκλειστικά από τη συνείδηση –και ουσιαστικά συνεχίζει να υπάρχει μονάχα μέσα στη συνείδηση.
.......................................................................................................................


Είμαστε φοβισμένα όντα, πλάσματα της συνήθειας, συνειδησιακά αυτόματα, και η φωνή αυτή είναι η πιο πειστική φωνή του κόσμου. Για την ακρίβεια, είναι ο κόσμος. Τίποτε δεν θα υπήρχε όπως το ξέρουμε, αν δεν υπήρχε αυτή.
........................................................................................................................


Ο μέσος άνθρωπος (χωρίς να βγάζω απ’ έξω τον μέσο λόγιο στοχαστή, ερευνητή, καλλιτέχνη, ή επιστήμονα) θεωρεί ότι ο κόσμος είναι η γειτονιά του. Οτιδήποτε δεν το έχει δει στη «γειτονιά» του, είναι εξωγήινο! Η γειτονιά τους είναι ένας ολόκληρος πλανήτης γι’ αυτούς, κι οτιδήποτε έρχεται «από έξω» (ή ήταν ήδη μέσα αλλά δεν το πρόσεξε), είναι έξω από τη Γη: Εξω-γήινο. (Το ίδιο συμβαίνει και με τη φύση: θεωρούν ότι η γειτονιά τους είναι «η φύση» και οτιδήποτε έρχεται από έξω από τη γειτονιά τους είναι «μετα-φυσικό»).

Έχετε δει ποτέ σας (προσωπικά, όχι σε ταινία) έναν Εσκιμώο; Λοιπόν, η συνάντηση με έναν Εσκιμώο είναι συνάντηση με έναν εξωγήινο. Έχετε πάει ποτέ στον Αμαζόνιο; Τόσο μακριά από τη μικρή προβλέψιμη πόλη σας; Ε, λοιπόν, αν πάτε, θα βρείτε τον εαυτό σας σε έναν «άλλο πλανήτη» (κυριολεκτικά, θα είστε σε έναν άλλον «κόσμο»).

Έχετε παρακολουθήσει από κοντά, σε μια μακρινή εξωτική χώρα σε μια άλλη εξωτική πόλη πολύ μακριά από εδώ, την καθημερινότητα των ανθρώπων; Για εσάς θα πρόκειται για δραστηριότητες εξωγήινων, που οι ίδιοι δεν τις αντιλαμβάνονται ως τέτοιες γιατί είναι η καθημερινότητα τους, που όμως δεν θα έχει καμία απολύτως σχέση με τη δική σας: θα είναι ακατανόητη. Γι’ αυτούς θα είστε ένα «παράξενο όν από αλλού», ενώ ταυτόχρονα αυτοί θα είναι για σας «παράξενα όντα από αλλού».

Όποιος έχει ταξιδέψει πολύ στη ζωή του, ξέρει πολύ καλά για ποιο πράγμα μιλώ. Όποιος ταξιδεύει στον κόσμο, στις άπειρες πόλεις του και στα άπειρα μέρη του, είναι «επισκέπτης άλλων κόσμων», συνειδητοποιεί για πρώτη φορά ότι αυτό που ονομάζουμε Κόσμος, είναι στην πραγματικότητα πολλοί κόσμοι: ένα Μετασύστημα κόσμων που παράγει συστήματα κόσμων που παράγουν κόσμους. Αυτή είναι η μόνη και εκπληκτική αλήθεια για τον κόσμο μας.

Έπειτα, όταν ο ταξιδιώτης επιστρέφει πίσω στον κόσμο του, στην “πατρίδα” (στη “γειτονιά” του, π.χ. σε ένα απομονωμένο συνοικισμό της Αθήνας, όπου ζούσε και δεν είχε πάει ούτε στο Λυκαβηττό, κι όμως ήταν έτοιμος να ορκιστεί ότι δεν υπάρχουν εξωγήινοι ή παρανοητικές οντότητες στο Λυκαβηττό), τότε βλέπει τα πράγματα γύρω του με άλλο μάτι, με «αληθινό μάτι», τα βλέπει περίπου όπως στ’ αλήθεια είναι –σχεδόν απαλλαγμένα από τον κοντόφθαλμο και ξεροκέφαλο δαίμονα της συνήθειας– αλλά δυστυχώς, για όλους τους άλλους «συμπατριώτες» του αυτό θα είναι ένα «φανταστικό μάτι».

Θα είναι απλά ένας «φαντασιόπληκτος», ένα «ψώνιο» (ο παράξενος, στα μάγκικα) ή –στην καλύτερη ποιητική περίπτωση– ένας ταξιδεμένος «ονειροπόλος». Να το πω όσο πιο απλοϊκά μπορώ:

θα είναι ένας άνθρωπος που θα έχει «έμπνευση».

Εκείνη την ικανότητα του ανθρώπου η οποία τον ξεχωρίζει από τα ζώα.
.........................................................................................................


Αν η Αμερική, ο Αμαζόνιος ή η Μαλαισία είναι άλλοι πλανήτες, φανταστείτε πως είναι οι άλλοι πλανήτες! Αν το μυαλό ενός άλλου ανθρώπου είναι μια άλλη διάσταση, φανταστείτε πως είναι οι άλλες διαστάσεις! Τι λέω, «φανταστείτε»… Λάθος. Οτιδήποτε μπορείτε να φανταστείτε είναι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παράγωγα αυτού του κόσμου (ό,τι κι αν είναι αυτό που θεωρείτε κόσμο). Αυτά τα πράγματα ανήκουν σε σφαίρες πέρα από την δυνατότητα της ανθρώπινης φαντασίας.
..........................................................................................................


Αν η κοντινή σας αλήθεια (της γειτονιάς σας) σας φαίνεται τόσο αληθινή ώστε να μοιάζουν εξωπραγματικές οι μακρινές σας αλήθειες, (γεγονός που καθιστά το ανθρώπινο Φανταστικό τόσο ακραία εξωπραγματικό), φανταστείτε –αν μπορείτε– πόσο εξωπραγματικές είναι για σας οι αλήθειες που βρίσκονται πολύ πιο πέρα από την ανθρώπινη φαντασία. Διαλογιστείτε λίγο πάνω σ’ αυτό, ίσως εμπνευστείτε για το πόσο μικροσκοπικές είναι οι «αλήθειες» μας.

Όχι, δεν είναι ψεύτικες, (τίποτε δεν είναι ψεύτικο σε ένα σύμπαν άπειρων πιθανοτήτων), είναι απλά ασήμαντες. Έξω από τα στενά τους πλαίσια (όπου κι αν είναι αυτά) κανείς δεν δίνει δεκάρα γι’ αυτές, ενώ εσείς έχετε ολόκληρα «διπλώματα» στη χρήση τους. Κατά πόσο μπορεί ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος να δεχτεί αδιαμαρτύρητα το ότι είναι απίστευτα ασήμαντος; Δεν θα το δεχτεί ποτέ, και καλά θα κάνει. Μπορείτε όμως να φανταστείτε τι πράγματα θα σκαρφιστεί για να μην το δεχτεί; Τον βλέπετε πόσο σοβαρός φαίνεται (και νιώθει) καθώς επιχειρηματολογεί;


Με σκέψεις, προβληματισμούς και εμπνεύσεις σαν και αυτές, η συλλογική απάτη καταρρέει γύρω μου για λίγο, κάνω ένα μικρό βήμα έξω από το Matrix της κοινής πραγματικότητας, κρυφοκοιτάζω τι συμβαίνει στ’ αλήθεια, μου αποκαλύπτεται η παραίσθηση στην οποία βρίσκομαι, συνέρχομαι για λίγο από τη μαζική ύπνωση.

Ο κόσμος που βλέπουμε γύρω μας δεν είναι στ’ αλήθεια γύρω μας, αλλά μέσα στο μυαλό μας. Η απαγορευτική πινακίδα που βλέπω στη γωνία του δρόμου της πόλης, δεν είναι στ’ αλήθεια στη γωνία του δρόμου, είναι μέσα στο μυαλό μου. Οι άνθρωποι που βλέπω, δεν ζουν γύρω μου, ζουν μέσα στο μυαλό μου (και δεν ξέρω ποιοι είναι στ’ αλήθεια, εγώ ξέρω μόνο εμένα, κι αυτά που ξέρω γι’ αυτούς δεν είναι παρά πράγματα που ξέρω για μένα, μεταμφιεσμένα).

Δεν βλέπουν τα μάτια μας τον κόσμο. Το μυαλό μας είναι που τον βλέπει.

Και δεν τον βλέπει έτσι απλά, τον επεξεργάζεται κι έπειτα μας δίνει την εικόνα. Τον επεξεργάζεται σύμφωνα με τις τράπεζες των δεδομένων που ήδη έχει, τράπεζες που στην πλειοψηφία τους φιλοξενούν δεδομένα που κατατέθηκαν από την παραισθητική κοινωνική πραγματικότητα, η οποία είναι κατασκευασμένη, είναι τεχνητή, δεν είναι η φυσική πραγματικότητα. Δεν είναι η αληθινή πραγματικότητα. Δεν βλέπουμε τον κόσμο. Βλέπουμε μία εικόνα συνδυασμένη με ό,τι άλλο έχουμε μέσα στο κεφάλι μας, πλήρως επεξεργασμένη, η οποία τελικά συνθέτει ΕΝΑΝ κόσμο, και όχι ΤΟΝ κόσμο. ΜΙΑ πόλη, όχι ΤΗΝ πόλη.

Η επιβαλλόμενη πεποίθηση ότι υπάρχει ένας «κοινός» και «αντικειμενικός» κόσμος για «όλους μας», είναι το μεγαλύτερο παραμύθι που φτιάχτηκε ποτέ. Σ’ αυτό στηρίζονται τα πάντα, με αυτό δουλεύουν τα πάντα, αυτό είναι το θεμέλιο του Matrix μέσα στο οποίο είμαστε παγιδευμένοι.

Υπάρχει ένας προσωπικός και υποκειμενικός κόσμος, μόνο για μένα, μέσα μου, και υπάρχει και ένα αχανές μυστήριο εκεί έξω.

Κανείς δεν μπορεί να «βγει» έξω από τον εαυτό του και να αντικρίσει κάτι «αντικειμενικά» (αυτή η λέξη είναι μία φάρσα), για να επικρίνει το «υποκειμενικό» σου: αυτό που στ’ αλήθεια κάνουν είναι ότι προσπαθούν να επιβάλλουν το δικό τους υποκειμενικό εις βάρος του δικού σου, δηλαδή να υιοθετήσεις το δικό τους υποκειμενικό ως «αντικειμενικό».

Και, ακόμη και όταν υπάρχει ένα κοινώς συμφωνημένο υποκειμενικό, αυτό λέγεται «σύμβαση» δεν λέγεται «αντικειμενικό». Έτσι, το σωστό είναι να λέμε ότι κάποιος είναι συμβατός με την κοινώς συμφωνημένη (ή επιβαλλόμενη) πραγματικότητα, και όχι ότι κάποιος είναι «αντικειμενικός».
........................................................................................................................



Ο κόσμος που βλέπουμε γύρω μας δεν είναι στ’ αλήθεια γύρω μας, αλλά μέσα στο μυαλό μας. Δεν βλέπουν τα μάτια μας τον κόσμο. Το μυαλό μας είναι που τον βλέπει. Λέμε ότι κάτι «το είδα με τα μάτια μου», ενώ πρέπει να λέμε ότι «τα μάτια μου το είδαν» και έπειτα «εγώ το συνειδητοποίησα (ποίησα συν είδηση), διότι εγώ είμαι το μυαλό μου, και τα μάτια μου στέλνουν το σήμα στο μυαλό μου, το μυαλό μου επεξεργάζεται την εικόνα και τελικά τη «βλέπω» (δηλαδή κοιτώ μέσα στο σινεμά του μυαλού μου).Βλέπω τον κόσμο με τα μάτια του νου μου και όχι με τα εξωτερικά μου μάτια, ο οφθαλμός είναι απλώς ένα μέσο που συμμετέχει στην όλη διαδικασία. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες αισθήσεις μου. Ό,τι βλέπω και αισθάνομαι είναι μέσα στο κεφάλι μου.Βλέπουμε με καθυστέρηση, διότι ανάμεσα στην ακτίνα της πραγματικότητας που λαμβάνει το μάτι μας και στην αστραπιαία επεξεργασία που κάνει ο εγκέφαλός μας στο σήμα που έρχεται σε αυτόν από το μάτι, μεσολαβεί ένα χρονικό διάστημα.

Ο Αριστοτέλης, χωρίς να γνωρίζει τους σύγχρονους νόμους της οπτικής, κατανοούσε αυτή τη γενική αρχή αρκετά καλά ώστε να δηλώσει ότι η λέξη «βλέπω» είναι μία λανθασμένη έκφραση, και ότι η σωστή είναι «είδα». Διότι υπάρχει αυτό που συμβαίνει ενδιάμεσα. Σ’ αυτό το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ο εγκέφαλος επιβάλλει σχήμα, μορφή, χρώμα, νόημα, και πάρα πολλά άλλα, στο σήμα.

Όταν λαμβάνουμε πληροφορίες από το περιβάλλον μας, δεν είναι ούτε καλές ούτε κακές, ούτε χρήσιμες ούτε άχρηστες, ούτε σωστές ούτε λανθασμένες, ούτε αληθινές ούτε ψεύτικες, μέχρι να ξεκαθαρίσουμε τη στενή σχέση μας με αυτές. Ο εγκέφαλος έχει γνώμη για τα πάντα, αλλά δεν μας ενημερώνει για αυτήν, μας την παρουσιάζει συνδυασμένη με τις εικόνες. Η γνώμη του είναι η πραγματικότητά μας, και αυτό, αν δεν το ξέρετε, λέγεται «εικονική πραγματικότητα», virtual reality. Μέσα σε αυτό ζούμε…

Η ερώτησή μου είναι: Μπορούμε να «σταματήσουμε τον κόσμο» και να παρακολουθήσουμε τον εγκέφαλο να κατασκευάζει την εικονική μας πραγματικότητα; Με ποιο μέσο μπορούμε να το κάνουμε; Μπορεί ο νους να παρατηρήσει τις διεργασίες του νου; Ο εγκέφαλος να παρατηρήσει τον εγκέφαλο; Μπορούμε άραγε να αποδεσμεύσουμε ένα μέρος του νου μας από το Matrix, και να το βάλουμε να παρακολουθήσει και να μας αποκαλύψει τους τρόπους σύνδεσης του υπόλοιπου νου μας με το Matrix της πραγματικότητας; Μπορούμε να είμαστε σε δύο μέρη ταυτόχρονα;

Για να δούμε στ’ αλήθεια την πόλη και τη συλλογική οντότητα που ζει μέσα στην πόλη, πρέπει να βγούμε έξω από την πόλη και έξω από το πλήθος.

Εννοώ, «να βγούμε», μέσα μας…

Τι παράξενο. Το έξω είναι μέσα μας…









  • ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ: μήνυμα! 




  • Η μουσική αφήγηση μιας ιστορίας...
Το τραγούδι είναι είναι από το συγκρότημα εν ονόματι ''Αντίθεσις'' (Βαγγέλης Κορρές - κιθάρα,φωνή - Φώτης Αραβαντινός - Φωνή - Zenith Vain - Φωνή) και περιέχεται ως "bonus track"στο πρώτο άλμπουμ (EP) του Ζenith Vain (το 2010, ενώ ο καλλιτέχνης,  από την Πάτρα, ήταν μόλις 16 ετών!), όπου παρουσιάζει έναν κόσμο βγαλμένο από τα μαγικά λημέρια της φαντασίας...




  • Το σωστό!


Ας στραφούμε για λίγο και πάλι στον ΜΑΡΤΙΝ ΛΟΥΘΕΡ ΚΙΝΓΚ, αυτό το μεγάλο στοχαστή και κοινωνικό επαναστάτη (που αν και αποκήρυττε τη βία, εντούτοις έπεσε νεκρός από τη βία του συστήματος και των μηχανισμών του. Ένα σύστημα που απεχθάνεται την ελευθερία πνεύματος, τις υψηλές ηθικές αξίες και την αφύπνιση των -δεμένων χειροπόδαρα με τόσο πολλούς τρόπους- ανθρώπινων όντων).

Είχε δηλώσει λοιπόν ο αξέχαστος μεγάλος αυτός άνδρας:


" Η δειλία ρωτάει: είναι ασφαλές;

Η σκοπιμότητα ρωτάει: είναι συμφέρον;
Η ματαιοδοξία ρωτάει: είναι δημοφιλές;

Η συνείδηση όμως ρωτάει: είναι σωστό;

Κι έρχεται μια στιγμή στη ζωή  που πρέπει να κάνουμε κάτι που δεν είναι ούτε ασφαλές, ούτε συμφέρον, ούτε δημοφιλές, αλλά είναι το ΣΩΣΤΟ!  "

     Αφήνω  σε σας τα συμπεράσματα, τις διαχρονικές προεκτάσεις τους και τις συσχετίσεις τους με τη σημερινή σκοτεινή πραγματικότητα  (μήπως και στην εποχή του, πριν μισό αιώνα περίπου, ήταν oυσιωδώς αισθητά καλύτερη; ως πότε θα διαιωνίζεται και θα αναπαράγεται το κακό με τη συνδρομή της δικής μας συναινετικής ανοχής;) ...



   
  • Όλοι οι άνθρωποι είμαστε αδέλφια!!!
         
           

" Όταν γεννήθηκα ήμουν Μαύρος

Όταν μεγάλωσα Μαύρος

Όταν βγαίνω στον ήλιο, Μαύρος

Όταν κρυώνω, Μαύρος

Όταν φοβάμαι, Μαύρος

Και όταν θα πεθάνω, πάλι Μαύρος.

Και συ Λευκέ φίλε

Όταν γεννιέσαι, είσαι Ροζ

Όταν μεγαλώσεις Λευκός

Όταν σε βλέπει ο ήλιος, Κόκκινος

Όταν κρυώνεις, Μπλε

Όταν φοβάσαι, Κίτρινος

Όταν αρρωσταίνεις, πράσινος

Και όταν πεθάνεις, Γκρίζος.

Και λες εμένα Έγχρωμο; "

Από ένα παιδί της Αφρικής. Βραβείο καλύτερου ποιήματος του 2006







  • Μπέρτολντ Μπρεχτ: «Ιστορίες του κυρίου Κόυνερ»
Αποσπάσματα από το έργο του Μπρεχτ «Ιστορίες του κ. Κόυνερ» (του στοχαστή), που, στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς, διατηρούν ατόφια τη διαχρονική τους λάμψη και σημασία!

Μια πληρωμένη απάντηση

Ένας εργάτης ερωτήθηκε από το δικαστήριο αν ήθελε να χρησιμοποιήσει κοσμικό ή θρησκευτικό όρκο και απάντησε: «είμαι άνεργος». «Η απάντησή του δεν οφείλεται σε αφηρημάδα», είπε ο κ.Κόυνερ. «Με την απάντηση αυτή τους διευκρίνισε πως στη θέση όπου βρισκόταν, δεν είχαν κανένα νόημα κάτι τέτοιες ερωτήσεις-ίσως και ολόκληρη η δίκη».


Φιλοπατρία

Ο κ.Κόυνερ δεν είχε ανάγκη να ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα. «Μπορώ να πεινάσω οπουδήποτε» έλεγε. Μια μέρα όμως, πέρασε από μια πόλη κατακτημένη από τον εχθρό του τόπου όπου ζούσε. Εκεί, τον σταμάτησε ένας αξιωματικός του εχθρού και τον ανάγκασε να κατέβει από το πεζοδρόμιο. Ο κ. Κόυνερ κατέβηκε και τότε συνειδητοποίησε πως είχε οργιστεί με τον άνθρωπο εκείνο και μάλιστα όχι μόνο με τον άνθρωπο, αλλά κυρίως με τη χώρα του ανθρώπου, τόσο πολύ, που ευχήθηκε την εξαφάνισή της από προσώπου γης! «Μα πώες έγινα διαμιάς εθνικιστής;» αναρωτήθηκε ο κ. Κόυνερ. «Φταίει ο εθνικιστής που βρέθηκε μπροστά μου. Να γιατί πρέπει να εκλείψει η ανοησία: γιατί κάνει ανόητο όποιον βρεθεί μπροστά της».

Πείνα

Απ’αφορμή μια ερώτηση περί πατρίδας, ο κ. Κόυνερ είχε απαντήσει: «Μπορώ να πεινάσω οπουδήποτε». Τον ρώτησε τότε ένας λεπτολόγος ανακριτής, από πού κι ως πού έλεγε πως πεινάει, ενώ στην πραγματικότητα είχε φαγητό. Και ο κ. Κόυνερ δικαιολογήθηκε: «Εννοούσα ότι, αν θέλω να ζήσω, μπορώ να ζήσω οπουδήποτε βασιλεύει η πείνα. Δέχομαι πως η διαφορά είναι μεγάλη- άλλο να πεινάω κι άλλο να ζω εκεί που βασιλεύει η πείνα. Μπορώ ωστόσο να επικαλεστώ και την εξής δικαιολογία: για μένα, η ζωή εκεί που βασιλεύει η πείνα, είναι μεγάλο κακό, αν και όχι ίδιο με την πείνα. Για τους άλλους βέβαια δε θα’χε σημασία αν πεινούσα. Σημασία έχει όμως το ότι δε θέλω να βασιλεύει πουθενά η πείνα!»

Σχόλιο

Ο κ. Κόυνερ είπε για έναν άνθρωπο: «Είναι μεγάλος πολιτικός. Το τι είναι κάποιος, δεν τον παραπλανά ποτέ ως προς το τι μπορεί να γίνει αυτός ο κάποιος».
 Σήμερα η εκμετάλλευση των ανθρώπων είναι επιζήμια για το άτομο και οι άνθρωποι δεν την επιθυμούν. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι οι άνθρωποι θέλουν ν’απαλλαγούν από την εκμετάλλευση. Η ενοχή αυτών που τόσο επιζήμια τους εκμεταλλεύονται είναι ακόμη μεγαλύτερη, επειδή κάνουν κατάχρηση μιας τόσο ηθικής επιθυμίας.


Περί αλήθειας

Ο μαθητής Βαθύνους έπιασε τον κ. Κόυνερ, το στοχαστή, και του είπε: «Θέλω να γνωρίσω την αλήθεια».
  «Ποιαν αλήθεια; Η αλήθεια είναι γνωστή. Θέλεις να γνωρίσεις την αλήθεια της ψαραγοράς ή την αλήθεια της φορολογίας; Αν μαθαίνοντας την αλήθεια της ψαραγοράς, πάψεις ν’ακριβοπληρώνεις τα ψάρια τους, τότε δε θα τη μάθεις ποτέ» είπε ο κ. Κόυνερ.





  • Ο Ντουρίτο και οι Καρέκλες της Εξουσίας (μια διδακτική ιστορία)


Επιλέγοντας έναν μεταφορικό, ειρωνικό και αντιιεραρχικό λόγο οι Ζαπατίστας*(δες τι εστί Ζαπατίστας μετά το τέλος της ιστορίας του Ντουρίτο) απαστασιοποιούνται πλήρως από τον παραδοσιακό "υπηρεσιακό αριστερό λόγο" της εξέγερσης και τα κλασικά στρατευμένα κείμενα της Λατινικής Αμερικής, απομυθοποιούν το μεσσιανισμό μιας κουλτούρας αντίστασης που είναι επίσημη, αυστηρή και δογματική και απορρίπτουν το λεξιλόγιο της θυματοποίησης. Τα κείμενα των Ζαπατίστας, με τις πολυάριθμες εκδόσεις ανά τον κόσμο-πράγμα πρωτόγνωρο για έναν λόγο που προέρχεται από ένα κίνημα ανταρτών, διακρίνονται για την πολυμορφία τους: κάποια συνιστούν δοκίμια αντίστασης και αγώνα, άλλα παρέχουν ενημέρωση για την κατάσταση στην επαρχία Τσιάπας του Μέξικο, άλλα αναλύουν τις συνέπειες της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και άλλα περιλαμβάνουν ιστορίες με συμβολικές εικόνες, μύθους ιθαγενών, παραθέσεις και ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όμως, παρά την διαφορετικότητα του περιεχομένου τους, όλα υπηρετούν το πολιτικό πρόταγμα των Ζαπατίστας και των ιθαγενών που προωθούν τα αιτήματά τους. Στο υλικό αυτό περιλαμβάνονται και τα παιγνιώδη παραμύθια του Ντουρίτο, ενός σκαθαριού, τα οποία διαμορφώνονται με δάνεια από τη σύγχρονη Δυτική κουλτούρα, ανακαλώντας τη λογοτεχνία της παρωδίας.


 " Ο Ντουρίτο και οι Καρέκλες της Εξουσίας "

Η στάση που υιοθετεί ένας άνθρωπος απέναντι στις καρέκλες είναι αυτή που τον προσδιορίζει πολιτικά. Ο Επαναστάτης (έτσι, με κεφαλαίο γράμμα) κοιτάζει με περιφρόνηση τις κοινές καρέκλες και λέει στους άλλους και τον εαυτό του: " Δεν έχω χρόνο για να καθίσω, η δύσκολη αποστολή που μου έχει αναθέσει η Ιστορία (έτσι, με κεφαλαίο) δεν μου επιτρέπει να αποσπάται η προσοχή μου με σαχλαμάρες". Έτσι περνάει η ζωή του, μέχρι που φτάνει μπροστά στην καρέκλα της Εξουσίας, ρίχνει κάτω με μια σφαίρα αυτόν που κάθεται εκεί, κάθεται ο ίδιος και με συνοφρυωμένο ύφος, σαν δυσκοίλιος, λέει στους άλλους και τον εαυτό του: " Η Ιστορία (έτσι, με κεφαλαίο) έχει τελειώσει! όλα έχουν νόημα πια, τα πάντα. Εγώ είμαι στην καρέκλα (έτσι, με κεφαλαίο) και είμαι ο κολοφώνας του χρόνου".
 Συνεχίζει να κάθεται λοιπόν, μέχρι που έρχεται ένας άλλος επαναστάτης (έτσι, με κεφαλαίο), τον ανατρέπει και η ιστορία (έτσι, με πεζό) επαναλαμβάνεται.
 Ο εξεγερμένος (έτσι, με πεζό γράμμα), αντίθετα, όταν κοιτάζει μια κοινή και συνηθισμένη καρέκλα, την εξετάζει προσεχτικά και μετά πηγαίνει και φέρνει δίπλα της μια άλλη καρέκλα, κι άλλη, κι άλλη και σε λίγο όλο αυτό μοιάζει με καφενείο, γιατί έχουν έρθει και άλλοι εξεγερμένοι (έτσι, με πεζό) και υπάρχει σε αφθονία ο καφές, ο καπνός και ο λόγος, και τότε ακριβώς όταν όλοι έχουν αρχίσει να κάθονται άνετα, τους πιάνει μια ανησυχία, σαν να έχουν σκουλήκια, χωρίς να ξέρουν όμως αν αυτό οφείλεται στον καφέ, τον καπνό ή το λόγο κι έτσι σηκώνονται όλοι και συνεχίζουν το δρόμο τους, μέχρι να συναντήσουν μια άλλη κοινή και συνηθισμένη καρέκλα, και η ιστορία επαναλαμβάνεται.
 Μόνο που υπάρχει μια παραλλαγή: όταν ο εξεγερμένος πέσει πάνω στην Καρέκλα της Εξουσίας (έτσι, με κεφαλαία), την κοιτάζει προσεχτικά, την εξετάζει, αλλά αντί να κάτσει, παίρνει μια λίμα, απ'αυτές για τα νύχια και με ηρωική υπομονή λιμάρει τα πόδια της μέχρι να καταφέρει να γίνουν τόσο εύθραυστα, ώστε να σπάσουν όταν καθίσει κάποιος, πράγμα που συμβαίνει αμέσως. Ταν ταν!
- Ταν ταν; Μα Ντουρίτο...
- Τίποτα, τίποτα. ξέρω ότι αυτό είναι πολύ στείρο και η θεωρία πρέπει να είναι βελούδινη, αλλά η δική μου είναι μεταθεωρία. Μπορεί να με κατηγορήσουν για αναρχικό, αλλά ας χρησιμεύσει η έκθεσή μου ως ταπεινός φόρος τιμής στους παλιούς Ισπανούς αναρχικούς, των οποίων τον ηρωισμό αποσιωπούν κάποιοι, αλλά αυτό δεν μειώνει το μεγαλείο τους!


από τα βουνά του νοτιοανατολικού Μέξικο

     12 Οκτωβρίου 2002

Το παραπάνω κείμενο πάρθηκε από το έντυπο δρόμου που διαδίδεται δωρεάν " Η ελευθερία αρχίζει από Α ", τεύχος 0002, Ιούνιος 2012


*Τι είναι αυτοί οι Ζαπατίστας;

(Καταγραφή ομιλίας: Χρήστος Στεφάνου
Επιλογή-μετάφραση: Ματούλα Παπαδημητρίου.
Περιοδικό αλάνα, τεύχος 2, Ιούνιος 2006)


Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα ομιλίας του υποδιοικητή Μάρκος κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Οαχάκα, στο πλαίσιο της Άλλης Καμπάνιας. Απευθύνεται στα μέλη της Ιθαγενικής Οργάνωσης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων της Οαχάκα (OIDHO) και περιγράφει με απλά λόγια τη μέχρι στιγμής ιστορία των Ζαπατίστας.

Σύντροφοι και συντρόφισσες, καλησπέρα, ευχαριστούμε για τα λόγια σας και για τον χρόνο που μας δίνετε για να ακούσετε τα δικά μας.

Εμείς είμαστε ο Εθνικοαπελευθερωτικός Ζαπατιστικός Στρατός (EZLN), είμαστε ιθαγενείς από την Τσιάπας, η πλειοψηφία, σχεδόν όλοι, είμαστε ιθαγενείς από τις εθνότητες Τσελτάλ, Τσοτσίλ, Τσολ, Τοχολαμπάλ, Σόκε και Μάμε, που είναι ομάδες που υπάρχουν εκεί, όπως εδώ υπάρχουν Τσατίλ, Ουάβε, Μασατέκο, Σαποτέκο, Τσιναντέκο, Μιστέκο.

Εμείς λοιπόν, είδαμε ότι πια μας έχουν ξεχάσει, ότι είμαστε πολύ μόνοι, ότι δεν φτάνει τίποτα εκεί: δεν υπάρχουν σχολεία, υγεία, φάρμακα, καλή κατοικία και η γη που έχουμε είναι στα βουνά, σκέτη πέτρα –την καλή γη την κατέχουν οι γαιοκτήμονες, δηλαδή οι έποικοι. Και βλέπουμε, επίσης, ότι όταν έχουμε κάποια ανάγκη, καθώς η πλειοψηφία δεν μιλάει ισπανικά, παραβιάζουν τα δικαιώματά μας και ούτε που καταλαβαίνουμε τι λένε και τι κάνουν. Όταν υπάρχει κάποιο πρόβλημα, παίρνουν κάποιον και τον κατηγορούν για ένα έγκλημα κι αυτός ούτε καν ήταν εκεί όταν συνέβη αλλά, καθώς δεν μιλάει ισπανικά, τον βάζουν φυλακή. Όταν χρειαζόμαστε κάποιο φάρμακο πάμε στην πόλη, μετά από πολλή δουλειά περπατάμε δυο και τρεις μέρες για να φτάσουμε εκεί που φτάνει το αυτοκίνητο και μετά α΄λλο τόσο για να φτάσουμε στην πόλη και, όταν φτάσουμε τελικά εκέι που είναι η κλινική, δεν μας δέχονται επειδή είμαστε ιθαγενείς. Είδαμε, επομένως, ότι υπάρχει μεγάλη περιφρόνηση επειδή είμαστε έτσι, με αυτό το χρώμα το μελαχρινό και τον δικό μας τρόπο, δηλαδή επειδή έχουμε, όπως κι εσείς, τον δικό μας τρόπο να ντυνόμαστε, να μιλάμε, τη δική μας κουλτούρα, όπως λέμε.

Είπαμε, λοιπόν, ότι ως εδώ, φτάνει πια, και αρχίσαμε να οργανωνόμαστε ένας ένας, μετά μια οικογένεια, μετά άλλη και μετά ένα ολόκληρο χωριό, μια ολόκληρη κοινότητα. Εκεί οι κοινότητες είναι μικρές, με 200-300 κατοίκους, περίπου 100 οικογένειες ή 50, και μετά αυτές οι κοινότητες ενώθηκαν με άλλες και άρχισαν να αυξάνονται πολύ όταν άλλαξε το άρθρο του Συντάγματος που έδινε δικαίωμα στη γη. Τότε, λοιπόν, γέμισαν με πολύ θάρρος και θυμό οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες.

Έτσι, αρχίσαμε να προετοιμαζόμαστε με όπλα. Ήμασταν 10 χρόνια κρυμμένοι και προετοιμαζόμασταν να πολεμήσουμε, όχι να μιλήσουμε ούτε να ακούσουμε ούτε να πάμε και να ζητήσουμε από την κυβέρνηση, αλλά για να παλέψουμε με τα όπλα ενάντια στον ομοσπονδιακό στρατό και την αστυνομία, ετοιμαζόμασταν για να κάνουμε πόλεμο και να ρίξουμε την κακή κυβέρνηση. Και όλα αυτά τα κάναμε σιωπηλά, δεν μπορούσαμε να τα κάνουμε δημόσια γιατί θα μας άκουγε η κυβέρνηση και θα μας ανακάλυπτε. Τα κάναμε μυστικά λοιπόν, αλλά ήταν ένα μυστικό πολλών ανθρώπων, αντρών, γυναικών, παιδιών, ηλικιωμένων, όλοι ήξεραν ότι προετοιμαζόμαστε, αλλά κανείς δεν έλεγε τίποτα. Και καθώς από την κυβέρνηση δεν ερχόταν κανείς εκεί, επειδή είμαστε ιθαγενείς και φτωχοί, κανείς δεν πήρε χαμπάρι.

Έφτασε έτσι η μέρα που ήμασταν έτοιμοι και τότε έφτασε η διαταγή από τις κοινότητες να ξεκινήσουμε, γιατί εκεί, όπως και εδώ στις δικές σας οργανώσεις, διατάζει η κοινότητα. Και τότε οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες των κοινοτήτων είπαν ότι πρέπει να κάνουμε τον αγώνα και το είπαν όλοι: οι ενήλικες, οι νέοι, οι γυναίκες, ακόμη και τα παιδιά είπαν τη γνώμη τους. Τότε εμείς σκεφτήκαμε ότι δουλειά μας δεν ήταν να μιλάμε, όπως κάνουμε τώρα, αλλά να κυβερνάμε έναν στρατό, έναν λαϊκό στρατό όμως. Σκεφτήκαμε λοιπόν: τους περιμένουμε στα βουνά, σαν αντάρτικο, όπως όμως θα έρθουν στρατιώτες να μας επιτεθούν ή πάμε εμείς εκεί που είναι αυτοί, στις πόλεις; Σκεφτήκαμε λοιπόν, ότι αν αγωνιστούμε εκεί στα βουνά γρήγορα θα πουν ότι είμαστε εγκληματίες, έμποροι ναρκωτικών ή ότι κλέβουμε ζώα, ότι είμαστε κακοί άνθρωποι και κανείς δεν θα μας δώσει σημασία. Οπότε αποφασίσαμε ότι αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να επιτεθούμε στην πόλη με τα όπλα: δεν πήγαμε να διαδηλώσουμε, πήγαμε οπλισμένοι.

Και τους την πέσαμε τα ξημερώματα της 1ης Γενάρη του ’94, όταν όλοι γιορτάζανε και τα πίνανε, ήταν δηλαδή αφηρημένοι, τους επιτεθήκαμε λοιπόν, και δεν ήμασταν λίγοι: ήμασταν χιλιάδες άντρες και γυναίκες, πολλές από τις γυναίκες με βαθμό αξιωματικού και αρκετές ήταν διοικήτριες –μία ήταν η διοικήτρια Ραμόνα που πέθανε πρόσφατα. Επιτεθήκαμε λοιπόν σε εφτά πόλεις, εφτά πρωτεύουσες δήμων, νικήσαμε την αστυνομία και άρχισαν οι συγκρούσεις με τον στρατό. Προετοιμαστήκαμε 10 χρόνια γι’ αυτό και ήρθαν τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα, σαν αυτά που βλέπουμε στις ταινίες, όμως αυτά ήταν αληθινά, και αρχίσαμε να πολεμάμε εναντίον τους, ρίξαμε μερικά ελικόπτερα και αεροπλάνα, και τότε άρχισαν να μας βομβαρδίζουν …

Όμως, καθώς είχαμε πάει στην πόλη, μας είδε εκεί πολύς κόσμος. Και η ανησυχία μας ήταν τι θα απογίνουν οι οικογένειες των συντρόφων, ότι θα τους κάνανε κακό, γιατί όλοι γνωρίζονται στις κοινότητες … Έτσι μας ήρθε η ιδέα να καλύψουμε τα πρόσωπά μας: άλλοι τα κάλυψαν απλώς με ένα μαντήλι (παλιακάτε) και άλλοι με κουκούλες (πασαμοντάνιας). Και πήραμε την πόλη υπό τον έλεγχό μας. Και έφτασαν δημοσιογράφοι απ΄ όλα τα μέρη, άρχισαν να τραβάνε φωτογραφίες και τότε έγινε σύμβολό μας η κουκούλα, που ήταν μαύρη γιατί έχουμε το χρώμα της γης, και έτσι αρχίζει να γίνεται γνωστό σε όλο τον κόσμο αυτό που συμβαίνει. Και όλοι κατάλαβαν ότι ήταν ψέματα αυτά που έλεγε η κυβέρνηση, όπως είναι κι αυτά που λέει τώρα, ότι δηλαδή όλα είναι καλά και ο κόσμος είναι ευχαριστημένος … Τα ίδια έλεγε και τότε: ότι είμαστε χώρα μοντέρνα πια, όπως οι ΗΠΑ, όλοι έχουν αμάξι, τηλεόραση, καλό σπίτι, καλά χωράφια, τρακτέρ, τα πάντα. Όταν λοιπόν ξεσηκωθήκαμε, άρχισαν να έρχονται οι ειδήσεις του πως είναι οι ιθαγενικές κοινότητες στην Τσιάπας και αρχίζουν όλοι να μας κοιτάνε και να ακούνε τη φωνή μας. Γι’ αυτό εμείς λέμε ότι όταν κρύψαμε τα πρόσωπά μας μάς είδαν, ενώ όταν κυκλοφορούσαμε έτσι, «φυσιολογικοί», κανείς δεν μας έδινε σημασία.

Τότε, λοιπόν, έγινε μεγάλη φασαρία και κινητοποίηση, πολύς θόρυβος, γίνανε πολλές πορείες που έλεγαν ότι δεν πρέπει να πολεμάμε, πρέπει να βρούμε λύση με τον διάλογο. Είδαμε ότι υπάρχει πολύς κόσμος που λέει ότι δεν είναι δίκαιο να ζουν έτσι οι ιθαγενείς. Και εμείς είπαμε: πρέπει οπωσδήποτε να γνωρίσουμε αυτόν τον κόσμο που μας μιλάει, να δούμε γιατί συμφωνεί με τον αγώνα μας, αλλά δεν συμφωνεί με τον ένοπλο αγώνα. Και αρχίσαμε λοιπόν να ξύνουμε το κεφάλι μας και να σκεφτόμαστε: προετοιμαστήκαμε 10 χρόνια για να κάνουμε πόλεμο και τώρα μας λένε ότι είναι καλύτερα να μιλήσουμε, οπότε τι κάνουμε;

Και είπαμε να πάμε να μιλήσουμε και με την κυβέρνηση και με τον κόσμο. Και έφτασε πολύς κόσμος σας κι εσάς, κόσμος απλός και ταπεινός, είπε ότι θα προσέχει να μην πάθουμε τίποτα και έκανε μια μεγάλη ζώνη ασφαλείας στον καθεδρικό ναό του Σαν Κριστόμπαλ, κι εκεί μιλήσαμε με την κυβέρνηση. Και είπαμε αυτά που θέλαμε, αυτά για τα οποία αγωνιζόμαστε.

Είπαμε ότι θέλουμε στέγη, δηλαδή γερή και καλή κατοικία με νερό, φως και πάτωμα. Εμείς ζούμε πάνω στη γη, οι τοίχοι μας είναι από λάσπη και η στέγη από άχυρο, μαγειρεύουμε στη φωτιά, και στην κουζίνα κοιμούνται και τα ζώα, εκεί είναι το και κρεβάτι μας …Είπαμε λοιπόν, ότι θέλουμε κατοικία αξιοπρεπή.

Θέλουμε γη, γιατί η γη που έχουμε είναι σκέτη πέτρα. Καλή γη για να δουλέψουμε, αλλά με τα όλα της, γιατί η γη δεν είναι μόνο να έχεις ένα κομμάτι, χρειάζεσαι σπόρους, μηχανήματα και μια καλή τιμή για το προϊόν, γιατί δεν γίνεται να δουλεύεις όλη μέρα και το προϊόν σου να είναι τόσο φτηνό στην αγορά: ό,τι και να παράγεις, είτε είναι καφές, καλαμπόκι, φασόλια, στο πληρώνουν πολύ φτηνά.

Θέλουμε δουλειά, αξιοπρεπή δουλειά όμως, δηλαδή να μας πληρώνουν ένα δίκαιο μισθό και να σέβονται τα εργασιακά μας δικαιώματα.

Θέλουμε καλή διατροφή, γιατί τα παιδιά μας δεν τρέφονται καλά, γιατί έχουμε μόνο τορτίγιες και τσίλι, αλλά κρέας… ξέχασέ το, μόνο στις γιορτές λίγο κοτόπουλο.

Θέλουμε υγεία, δηλαδή νοσοκομεία, γιατρούς, νοσοκόμες, φάρμακα και προγράμματα για να μην υπάρχουν τόσες αρρώστιες, θέλουμε εμβόλια… δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά.

Θέλουμε εκπαίδευση, δεν υπήρχαν σχολεία και όταν υπήρχαν ήταν 4 παλούκια με μια οροφή και ο δάσκαλος ποτέ δεν ερχόταν βέβαια και όταν ερχόταν ήταν μεθυσμένος ή ερχόταν μια μέρα και δεν ερχόταν την άλλη, οπότε τα παιδιά μεγάλωναν χωρίς μόρφωση.

Θέλουμε και ανεξαρτησία, γιατί η χώρα μας, το Μεξικό, δεν είναι ανεξάρτητη, δηλαδή τη χώρα μας δεν την κυβερνούν οι Μεξικάνοι, ξέρουμε πολύ καλά ποιος την κυβερνά: οι γκρίνγκος.

Θέλουμε ελευθερία, ελευθερία ως ιθαγενείς λαοί, γιατί μας εκμεταλλεύονται πολύ, ελευθερία ως Μεξικανοί, ελευθερία για να μπορούμε να μιλάμε, να αγωνιζόμαστε όπως θέλουμε.

Και ακόμα, θέλουμε δικαιοσύνη, και δικαιοσύνη είναι να τιμωρείται όποιος κάνει έγκλημα κι εμείς ξέρουμε καλά ποιος κάνει κακό εδώ: η κυβέρνηση. Αυτούς λοιπόν να βάλουν φυλακή. Δίκαιο δεν είναι να βάζουν φυλακή αυτόν που αγωνίζεται για τα δικαιώματά του.

Και, επίσης, θέλουμε ειρήνη, γιατί αυτό που ζούμε δεν είναι ειρήνη, είναι σαν πόλεμος, μόνο που μας σκοτώνουν έτσι, σιωπηλά, όχι με βόμβες, μας αφήνουν στη λήθη.

Και τότε η κυβέρνηση έκανε τη λίστα της, μην ανησυχείς θα στα δώσω, είπε, κι εμείς είπαμε κάτσε, εμείς τα θέλουμε όλα αυτά για όλους τους Μεξικανούς και τις Μεξικανές όχι μόνο για μας, και τότε η κυβέρνηση είπε είσαι τρελός; Είσαι απλώς ένας Ινδιάνος, που ζεις στην Τσιάπας, στα βουνά… Εμείς είπαμε, όμως, ότι τα θέλουμε αυτά για όλους τους Μεξικανούς και δεν θα σταματήσουμε μέχρι να έχουν όλοι αυτά που ζητάμε.

Και η μεξικανική κυβέρνηση έξυσε το κεφάλι της και είπε όχι λοιπόν, είναι πολλά αυτά που ζητάς, δεν μπορώ να στα δώσω όλα, θα δούμε… Και όταν φεύγει πια η κυβέρνηση να πάει στην πόλη, αρχίζουμε να μιλάμε με τους συντρόφους της ζώνης ασφαλείας και αρχίζουν να μας διηγούνται ότι υπάρχουν κι άλλα μέρη, όπου οι άνθρωποι επίσης αγωνίζονται αλλά όχι με τα όπλα, όπου οι άνθρωποι οργανώνονται για να παλέψουν αλλά με μέσα ειρηνικά… Και επιστρέψαμε λοιπόν στα βουνά, αλλά όταν φύγαμε για τον πόλεμο περάσαμε και πήραμε όλη τη γη, σύντροφοι, όλη, και ο γαιοκτήμονας έφυγε τρέχοντας και τότε αυτή η γη μοιράστηκε στους χωρικούς, καλή γη, πεδιάδες με νερό, μοιράστηκε λοιπόν και αρχίσαμε να τη δουλεύουμε συλλογικά, όπως είναι ο δικός μας τρόπος, ο τρόπος των ιθαγενών λαών.

Όσο μιλάγαμε με τους συντρόφους, μας ήρθε η ιδέα να τους καλέσουμε σε διάλογο, όχι πάλι με την κυβέρνηση, αλλά με ανθρώπους καθημερινούς που θέλουν να αγωνιστούν. Και τότε αρχίσαμε να γνωρίζουμε άλλους ιθαγενείς λαούς και την οργάνωσή τους και να μιλάμε μ’ αυτούς. Και έρχεται κάποιος και λέει ότι πρέπει να αγωνιστούμε ειδικά για τα δικαιώματα και την κουλτούρα των ιθαγενών και είπαμε εμείς ότι αυτό δεν είναι σωστό, γιατί είμαστε ιθαγενείς και δεν μας σέβονται ως τέτοιους. Μας είπαν επίσης ότι μας μένει ακόμη να παλέψουμε για την πληροφόρηση, γιατί όλες οι εφημερίδες, η τηλεόραση, το ραδιόφωνο λένε ψέματα, πρέπει επιτέλους να πουν την αλήθεια.

Οπότε είπαμε ότι τα αιτήματά μας, αυτά για τα οποία πήραμε τα όπλα, είναι 13: στέγη, γη, δουλειά, ψωμί, υγεία, εκπαίδευση, ανεξαρτησία, δικαιοσύνη, δημοκρατία, ελευθερία, ειρήνη, ιθαγενική κουλτούρα, πληροφόρηση.

Αρχίσαμε να μιλάμε λοιπόν με όλους αυτούς τους συντρόφους και να ακούμε τι σκέφτονται για μας. Και είπαμε ότι για να πετύχουμε αυτά τα 13 σημεία για τα οποία αγωνιζόμαστε πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να ενωθούμε με τους υπόλοιπους συντρόφους, αλλά με κανένα τρόπο δεν θα ενωθούμε με τον πόλεμο, πρέπει να σεβαστούμε τον αγώνα τους. Εκείνη την εποχή η κυβέρνηση είπε ότι θα εκπληρώσει τις συμφωνίες και υπογράφει τις Συμφωνίες του Σαν Αντρές, και λέει: θα σεβαστώ τα δικαιώματα και την κουλτούρα των ιθαγενών, θα σεβαστώ ότι στη γη των ιθαγενών κυβερνά η ιθαγενική κοινότητα και δεν θα ξανακάνω τίποτα χωρίς την άδεια της κοινότητας. Κι εμείς μείναμε ικανοποιημένοι… αλλά δεν έγινε τίποτα, περνάει ο καιρός, περνάνε οι μέρες, τα χρόνια και η κυβέρνηση δεν εκπληρώνει αυτό που υποσχέθηκε…

Τότε είπαμε ότι θα καλέσουμε όλους τους συντρόφους και τις συντρόφισσες για να κάνουμε μια πορεία. Κάναμε την πορεία το 2001, αν θυμάστε, φτάσαμε μέχρι εκεί που είναι η κυβέρνηση, μαζεύτηκαν πολλοί ιθαγενείς και εκατομμύρια Μεξικανοί που συμφωνούν με τον αγώνα, μέχρι και άνθρωποι από άλλες χώρες είπαν ότι συμφωνούν με τον αγώνα μας. Είπαμε λοιπόν ότι θέλουμε να μας ακούσει η κυβέρνηση, αλλά αυτή δεν θέλει να μπούμε εκεί που είναι οι βουλευτές και οι γερουσιαστές, λέει ότι εδώ δεν μπαίνουν Ινδιάνοι, κυρίως το λέει αυτό το κόμμα που ονομάζεται ΡΑΝ, του Φοξ δεν του αρέσει να μιλάνε οι ιθαγενείς. Και όλοι είπαν ότι πρέπει να μιλήσουμε και τελικά μίλησε μια μικρόσωμη γυναίκα, δεν μίλησα εγώ, αλλά μια γυναίκα που λέγεται διοικήτρια Εστέρ, και αυτή είπε «εγώ δεν μιλάω σαν Ζαπατίστρια, δεν μιλάω σαν Εστέρ, μιλάω εκ μέρους όλων των ιθαγενών γυναικών». Και μίλησε πολύ ωραία, κανείς βουλευτής ή γερουσιαστής δεν μίλησε σαν αυτή τη συντρόφισσα, και μίλησαν κι άλλες συντρόφισσες και σύντροφοι.

Και γυρίσαμε άλλη μια φορά ικανοποιημένοι στην Τσιάπας, και τότε η κυβέρνηση έκανε απατεωνιά: συμφωνούν όλα τα πολιτικά κόμματα, το PRI, το ΡΑΝ, και το PRD, και λένε «δεν μας συμφέρει να κάνουμε τον νόμο, γιατί οι ιθαγενείς λαοί θα οργανωθούν και ο τρόπος των ιθαγενών λαών δεν είναι αυτός ενός πολιτικού κόμματος, οπότε δεν θα τους ελέγχουμε». Έτσι αλλάζουν τον νόμο και πάνε και εγκρίνουν έναν νόμο ίδιο με τον προηγούμενο. Και εμείς είπαμε ότι δεν αξίζει τον κόπο, σε τι χρησιμεύει να κάνεις διάλογο με την κυβέρνηση αν δεν εκπληρώνει τον λόγο της;

Είπαμε, λοιπόν, ότι θα εφαρμόσουμε εμείς οι ίδιοι στις κοινότητές μας τις Συμφωνίες του Σαν Αντρές και άρχισαν τα ίδια τα χωριά να οργανώνονται και να διορίζουν τις αρχές τους και ότι δεν θα ζητήσουμε πια τίποτα από την κυβέρνηση. Αρχίσαμε να κάνουμε σχολεία, νοσοκομεία, να βελτιώνουμε την εκπαίδευση. Και όλα αυτά τα κάναμε με κόσμο που μας στήριξε, κόσμο που έφτανε εκεί και έκανε προγράμματα και δούλευε, και έτσι γίνανε όλα αυτά.

Και αρχίσαμε να βλέπουμε ότι οι νεοφιλελεύθεροι «γαμάτοι» γαμάνε ολόκληρη τη χώρα, ενοχλούν τους δασκάλους, τους εργαζόμενους, τους στερούν όλα τα δικαιώματα και κάθε φορά περισσότερο καταστρέφουν τη φύση, εσείς το ξέρετε, ως ιθαγενείς λαοί, ότι αν καταστραφεί η φύση δεν θα υπάρχει τίποτα πια… Και καταστρέφουν δάση, ποτάμια και λίμνες, τα πάντα. Βλέπουμε, επίσης, ότι θέλουν τη γη μας, ο καπιταλισμός θέλει τη γη των αγροτών αλλά χωρίς τους αγρότες, τη γη των ιθαγενών αλλά χωρίς τους ιθαγενείς, τη θέλει για να την εκμεταλλευτεί, για να πάρει ξύλα, να εμφιαλώσει το νερό και να το πουλήσει. Και εμείς είπαμε ότι δεν θα αντέξουμε, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε παραπέρα. Είπαμε ότι θα παλέψουμε για τα 13 σημεία για όλους τους Μεξικανούς, αλλά όχι με τα όπλα, πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να κάνουμε μια οργάνωση, ένα κίνημα πολιτών, ειρηνικό.

Τότε ήταν που βγάλαμε την Έκτη Διακήρυξη και ερχόμαστε τώρα να μιλήσουμε μαζί σας, γιατί δεν σας προσκαλούμε σε ένοπλο αγώνα, σας προσκαλούμε να ενωθούμε σε ένα κίνημα ειρηνικό. Πριν αν κάποιος ήθελε να μιλήσουμε έπρεπε να έρθει στην Τσιάπας, όποιος όμως δεν μπορούσε δεν ερχόταν και έτσι μιλούσαμε με λίγο κόσμο. Οπότε είπαμε: αν δεν μπορείτε να έρθετε εσείς, ερχόμαστε εμείς, αλλά δεν θα έρθουμε μόνο να μιλήσουμε και να φάμε, θα κάνουμε ένα σχέδιο. Τι σχέδιο να κάνουμε όμως; Και είπαμε ότι αφού πρόκειται για διαφορετικούς τρόπους, για άλλους αγώνες, πρέπει να ακούσουμε πρώτα, οπότε θα κάνουμε ό,τι κάναμε εμείς οι Ζαπατίστας, που πρώτα συμφώνησαν οι κοινότητες και μετά κάναμε ό,τι κάναμε. Θα κάνουμε δηλαδή σαν ήταν όλο το Μεξικό κοινότητες: θα περάσουμε να μιλήσουμε με όλους, να μας πουν, να συζητήσουμε, κι έτσι να βγει ένα σχέδιο από όλους μας, όχι μόνο ζαπατιστικό. Κι έτσι βγάλαμε την Έκτη Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα…»




  • Ο συγκλονιστικός λόγος του Σαιν Ζυστ


 Ο λόγος «Για το Σύνταγμα της Γαλλίας» του μόλις 25 ετών Σαιν Ζυστ στην Συμβατική Εθνοσυνέλευση, στις 24 Απριλίου 1793, ένα από τα αξιολογότερα στην Ιστορία γραπτά μνημεία ρητορικής ενάντια στην τυραννία:


«Όλοι οι τύραννοι είχαν τα μάτια τους επάνω μας όταν δικάζαμε έναν από τους ομοίους τους. Σήμερα που, με ένα καλύτερο πεπρωμένο, σκέπτεστε τη λευτεριά του κόσμου, οι λαοί, που είναι οι αληθινοί μεγάλοι της γης, θα έχουν με τη σειρά τους τα βλέμματά τους στραμμένα επάνω σας. Φοβηθήκατε την κρίση των ανθρώπων όταν αφανίσατε έναν βασιλιά. Eκείνη η υπόθεση ενδιέφερε όμως μόνον την υπερηφάνειά σας. Aυτή που θα χειριστείτε τώρα είναι πιο καίρια, καθώς αφορά την δόξα σας. Tο Σύνταγμα θα είναι η απάντησή σας και η διακήρυξή σας επάνω στη γη».


«Aς μου επιτραπεί να σας παρουσιάσω μερικές πρακτικές ιδέες. Tο δημόσιο δίκαιο καταλαμβάνει μεγάλο χώρο μέσα στα βιβλία. Δεν μας μαθαίνουν όμως τίποτε σχετικά με την εφαρμογή του και σχετικά με ό,τι συμφέρει εμάς. H Eυρώπη θα σας ζητήσει την ειρήνη την ημέρα που θα έχετε προσφέρει ένα Σύνταγμα στον γαλλικό λαό... Ήρθε ο καιρός να μεστώσουμε την λευτεριά μας και να την θεμελιώσουμε επάνω σε στέρεες βάσεις. H ειρήνη και η αφθονία, η δημόσια αρετή, η νίκη, όλα εμπεριέχονται στην ισχύ των νόμων. Έξω από τους νόμους όλα είναι στείρα και νεκρά».


«Kάθε λαός είναι ικανός για την αρετή και ικανός για την νίκη. Δεν εξαναγκάζεται, αλλά οδηγείται σε αυτά με φρόνηση... Γενικά, η τάξη δεν προκύπτει από τις κινήσεις που επιβάλλονται με την ισχύ. Tίποτα δεν τακτοποιείται εκτός από ό,τι κινείται από μόνο του και υπακούει στη δική του αρμονία. H εξουσία δεν έχει να κάνει άλλο από το να απομακρύνει ό,τι είναι ξένο προς αυτή την αρμονία. Aυτή η αρχή μπορεί προπάντων να εφαρμοστεί στη φυσική σύσταση των εξουσιών. Oι νόμοι δεν απωθούν παρά το κακό, η αθωότητα και η αρετή είναι ανεξάρτητες επάνω στην γη».


«Θεωρώ ότι η κοινωνική τάξη βρίσκεται μέσα στην φύση των πραγμάτων και δεν δανείζεται τίποτε άλλο εκτός από την μέριμνα να μπουν στη θέση τους τα διάφορα στοιχεία. Θεωρώ ότι ένας λαός μπορεί να κυβερνηθεί χωρίς να υποταχθεί, χωρίς να αποχαλινωθεί, και χωρίς να καταπιεσθεί. Ότι ο άνθρωπος γεννιέται για την ειρήνη και την αλήθεια, και γίνεται δύστυχος και διεφθαρμένος μόνον εξαιτίας των δόλιων νόμων της κυριαρχίας. Έχω συμπεράνει λοιπόν, ότι εάν προσφέραμε στον άνθρωπο νόμους ανάλογους με την φύση του και την καρδιά του, θα έπαυε να είναι δύστυχος και διφθαρμένος. Όλες οι τέχνες έχουν δώσει τα αριστουργήματά τους. H τέχνη της διακυβέρνησης δεν έχει δώσει σχεδόν παρά μόνο τέρατα. Eίναι επειδή αναζητάμε με επιμέλεια τις απολαύσεις μας μέσα στην Φύση και τις αρχές μας μέσα στην αλαζονεία μας».


«Έτσι οι λαοί έχασαν την λευτεριά τους. Θα την ξανακερδίσουν όταν οι νομοθέτες θεσπίσουν μόνο σχέσεις δικαιοσύνης ανάμεσα στους ανθρώπους. Mε τρόπο που, καθώς το κακό θα είναι πια ξένο προς το συμφέρον τους, το αμετακίνητο και αποφασιστικό συμφέρον του καθενός θα είναι η Δικαιοσύνη. Tο να εγκατασταθεί αυτή η τάξη είναι ευκολότερο από όσο φαίνεται. H κοινωνική τάξη προηγείται της πολιτικής, που η αρχή της ήταν η αντίσταση στην κατάκτηση. Oι άνθρωποι μιας κοινωνίας φυσιολογικά ζούνε ειρηνικά. O πόλεμος εκδηλώνεται μόνον ανάμεσα στους λαούς, ή καλύτερα ανάμεσα σε αυτούς που τους εξουσιάζουν. Tο κοινωνικό καθεστώς είναι η σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους. Tο πολιτικό καθεστώς είναι η σχέση ανάμεσα στους λαούς...»


«...Aπαρχή της υποδούλωσης των λαών είναι η σύνθετη δύναμη των κυβερνήσεων. Xρησιμοποίησαν ενάντια στους λαούς την ίδια δύναμη που είχαν χρησιμοποιήσει ενάντια στους εχθρούς τους. H αλλοίωση της ανθρώπινης ψυχής γέννησε άλλες ιδέες. O άνθρωπος θεωρήθηκε φύσει βάναυσος και φονιάς, για να αποκτηθεί το δικαίωμα της υποδούλωσής του. Έτσι, η αρχή της δουλείας και της δυστυχίας του ανθρώπου καθιερώθηκε έως και μέσα στην καρδιά του. Nόμισε ότι είναι άγριος, σύμφωνα με την άποψη των τυράννων, και εξαιτίας της πραότητάς του άφησε να υποταχθεί και να δαμαστεί η αγριότητά του».


«Oι άνθρωποι υπήρξαν άγριοι μόνο σύμφωνα με την κρίση των καταπιεστών. Δεν υπήρξαν καθόλου βάναυσοι μεταξύ τους. Aλλά μήπως και σήμερα, αυτοί που κάνουν πόλεμο ενάντια στη λευτεριά δεν μας θεωρούν βάναυσους επειδή το θάρρος μας θέλησε να κλονίσει την κυριαρχία τους; ...Μάχομαι ενάντια σε αυτό το πρόσχημα που υιοθέτησαν οι τύραννοι, περί της φυσικής βίας του ανθρώπου, για να τον υποτάξουν. Kι εάν πράγματι ο άνθρωπος ήταν τόσο βάναυσος, θα τον είχαν υποτάξει; Kαι δεν είναι ίδια η φύση όλων μας; Ποιος λοιπόν υπήρξε πρώτος γνωστικός και εξευγενισμένος; Σε ποια γλώσσα μίλησε σε ζώα που δεν επικοινωνούσαν καθόλου; Kι αν επικοινωνούσαν, η κοινωνική τάξη δεν είχε κατά πολύ προηγηθεί της πολιτικής τάξης;»


«...Oι άνθρωποι δεν εγκατέλειψαν διόλου αυθόρμητα το κοινωνικό καθεστώς. Xάρη σε μια μακροχρόνια αλλοίωσή τους έφτασαν σε αυτήν την άγρια ευγένεια της επινόησης των τυράννων. Oι αρχαίοι Φράγκοι, οι αρχαίοι Γερμανοί, δεν είχαν σχεδόν καθόλου άρχοντες. O λαός ήταν ο ηγεμόνας και ο κυρίαρχος. Aλλά όταν οι λαοί έχασαν τη διάθεση των συνελεύσεων για να αποφασίζουν συναλλαγές και κατακτήσεις, ο ηγεμόνας διαχωρίστηκε από τον κυρίαρχο λαό και έγινε ο ίδιος κυρίαρχος, διά μέσου του σφετερισμού. Eδώ αρχίζει η πολιτική ζωή. Από τότε δεν διακρίνεται πια το καθεστώς των πολιτών. Δεν γίνεται πλέον λόγος παρά μόνο για το καθεστώς του άρχοντα».


«...Oι σημερινοί καιροί είναι γεμάτοι ψευδαισθήσεις. Yπάρχει η εντύπωση ότι δεν θα ξαναγεννηθούν οι καταπιεστές. Aλλά καταπιεστές εμφανίστηκαν και μετά τον Λυκούργο και μάλιστα καταστρέψαν το έργο του. Aν ο Λυκούργος είχε θεσπίσει συμβατικές συνελεύσεις στην Λακεδαιμονία για να εξασφαλίσει την λευτεριά της, εκείνοι οι καταπιεστές θα είχαν καταπνίξει αυτές τις συνελεύσεις... Φροντίστε, λοιπόν, πολίτες, να θωρακίσετε το Σύνταγμα ενάντια στις εξουσίες του και ενάντια στη διαφθορά των αρχών του. Kάθε αδύνατο σημείο του δεν θα οφελούσε καθόλου το λαό. Θα στρεφόταν ενάντιά του, προς όφελος του σφετεριστή. Bγάλατε την απόφαση πως μια γενιά δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να δεσμεύσει την άλλη. Aλλά οι γενιές παρουσιάζουν διακυμάνσεις μεταξύ τους. Όλες τους βρίσκονται σε μειοψηφία και είναι πολύ αδύναμες για να απαιήσουν τα δικαιώματά τους. Δεν αρκεί λοιπόν η διακήρυξη των δικαιωμάτων των ανθρώπων. Ένας τύραννος μπορεί να ορθωθεί και να οπλιστεί ακόμα και με αυτά τα δικαώματα, ενάντια στο λαό. Kαι ο πιο καταπιεσμένος ανάμεσα στους λαούς θα είναι αυτός που, μέσα σε μια τυραννία όλο πραότητα, θα καταδυναστέυεται στο όνομα των ίδιων των δικαιωμάτων του. Kάτω από μια τόσο άγρια τυραννία, ο λαός αυτός δεν θα τολμούσε πλέον να κάνει τίποτε για την λευτεριά του χωρίς να διαπράξει κάποιο έγκλημα».


«... Οι τυραννίες απογυμνώνουν τον άνθρωπο και μέσα από μια μακρόχρονη αλλοίωση τον κάνουν στα ίδια του τα μάτια ανίκανο για το καλό. Μόνο εάν βγάλουμε την τυραννία από τον κόσμο θα αποκαταστήσουμε την ειρήνη και την αρετή. H τυραννία ενδιαφέρεται για τη χαλαρότητα του λαού. Tην ενδιαφέρουν τα εγκλήματα. Συμμετέχει κατά μισό μερίδιο σε όλες τις μικρότητες και τις εγκληματικές απόπειρες. Οπλίζει το υιό ενάντια στον πατέρα με τον πολιτικό νόμο. Oπλίζει τους νεκρούς ενάντια στους ζωντανούς. Όλα είναι καταπίεση και καταστολή. Eίναι η η τυραννία που δολοφονεί στα στενά με το χέρι του κλέφτη. Eίναι η τυραννία που διαφθείρει τις καρδιές και τις απογυμνώνει κάτω απ τον ζυγό. Aποκοιμίζει την ανθρώπινη ψυχή».


«...H διαφθορά σε έναν λαό είναι ο καρπός της οκνηρίας και της εξουσίας... Εάν θέλετε να μάθετε πόσο χρόνο πρόκειται να κρατήσει η Δημοκρατία σας, υπολογίστε το σύνολο της εργασίας που μπορείτε να εισαγάγετε... Εάν θέλετε Δημοκρατία, προσηλωθείτε στο λαό, και μην κάνετε τίποτα πάρα μόνο γι' αυτόν. H μορφή της ευτυχίας του είναι απλή, και η ευτυχία δεν είναι πιο απόμακρη από τους λαούς, από όσο είναι από τον απλό άνθρωπο. H πιο απλή διακυβέρνηση δεν είναι αυτή που μοιάζει να είναι τέτοια. H κυβέρνηση της Iαπωνίας είναι επίσης απλή, αλλά ο λαός εκεί είναι καταβεβλημένος. Kυβέρνηση απλή είναι αυτή όπου ο λαός ζει ανεξάρτητος κάτω από νόμους δίκαιους και εγγυημένους, κι όπου ο λαός δεν έχει ανάγκη να αντιστέκεται στην καταπίεση, γιατί κανείς δεν μπορεί να τον καταπιέσει».

  • Διογένης ο Κυνικός - Ο αναρχικός της αρχαιότητος


Ο Διογένης ο «Κυνικός» (ή Κύων), γνωστός κι ως ο Διογένης ο Σινωπεύς, ήταν Έλληνας φιλόσοφος, που γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου περίπου το 412 π.Χ. (σύμφωνα με άλλες πηγές το 399 π.Χ.) και θεωρείται ο κυριότερος εκπρόσωπος της Κυνικής Φιλοσοφίας. Σύμφωνα με έναν θρύλο, γεννήθηκε την ημέρα που πέθανε ο Σωκράτης.
Λέγεται ότι οι Σινωπείς τον εξόρισαν γιατί παραχάραξε το τοπικό νόμισμα. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι ακολούθησε στην εξορία τον πατέρα του Ικεσία, επόπτη του νομισματοκοπείου της Σινώπης, όταν αυτός κατηγορήθηκε σαν παραχαράκτης. Ο Διογένης λόγω της εξορίας, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως πολιτικός εξόριστος το 370 π.Χ. Συνήθως, τα καλοκαίρια έμενε στην Κόρινθο και τους χειμώνες στην Αθήνα.
Πολύ γρήγορα εντυπωσιάστηκε από τη διδασκαλία του Αντισθένη, ένας από τους πιο διαπρεπείς μαθητές του Σωκράτη και ζήτησε να γίνει μαθητής του. Λέγεται, ότι εμφανίστηκε μπροστά στον Αντισθένη, σαν τραπεζίτης, παρακαλώντας τον να τον δεχθεί ως μαθητή του. Ο Αντισθένης, φυσικά, αρνήθηκε να διδάξει έναν τραπεζίτη. Ο Διογένης επέμενε για πολύ καιρό. Ο Αντισθένης αποφάσισε να τον δεχθεί μόνο όταν τον είδε να είναι ντυμένος με κουρέλια, να κοιμάται στο χώμα και στις λάσπες, και να περιπλανιέται ζητιανεύοντας μαζί με τους άλλους ζητιάνους. Σύντομα ο Διογένης ξεπέρασε το δάσκαλό του, όχι μόνο σε φήμη, αλλά και στην αυστηρότητα του τρόπου ζωής. Θεωρείται το αρχέτυπο των Κυνικών, και μάλιστα πολλοί του αποδίδουν την καθιέρωση του Κυνικού τρόπου ζωής, αν και ο ίδιος αναγνωρίζει το χρέος του στον Αντισθένη. Η κυνική φιλοσοφία λέγεται έτσι γιατί οι κυνικοί είχαν ως έμβλημά τους τον Κύων (τον σκύλο) και έλεγαν «εμείς διαφέρουμε από τους άλλους σκύλους διότι εμείς δεν δαγκώνουμε τους εχθρούς αλλά τους φίλους, για να τους διορθώσουμε». Οι κυνικοί φιλόσοφοι πρέσβευαν την απόλυτη αμφισβήτηση των πάντων, απέρριπταν κάθε εξουσία και ήθελαν την απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου.
Ο Διογένης δεν συγκρότησε ένα θεωρητικό σύστημα αξιών, αλλά με τις πράξεις του γελοιοποίησε, εξευτέλισε κυριολεκτικά τις κυρίαρχες κοινωνικές συμβάσεις, σε σημείο που δύσκολα θα έφτανε και ο πιο ριζοσπαστικός αναρχικός της εποχής μας. Το έδαφος είχε ήδη προλειάνει ο Αντισθένης, ο οποίος κήρυττε δημοσίως ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει κυβέρνηση, ατομική ιδιοκτησία, επίσημη θρησκεία, γάμος. Απέρριψε τη φήμη και τις τιμές, αλλά η επίδειξη του ασκητισμού του ήταν τόσο καινούργια για τους Έλληνες ώστε προσήλκυσε μεγάλη προσοχή και πολλοί έφτασαν να τον θεωρούν εξαιρετικά σοφό.
Ο Διογένης έθιξε αποκλειστικά κοινωνικά και ηθικά προβλήματα. Η διδασκαλία του ήταν ουσιαστικά επαναστατική και ανατρεπτική για την τάξη που επικρατούσε τότε. Προσπάθησε με τα επιχειρήματα του, να αλλάξει την ανθρώπινη κοινωνία που είχε διαφθαρεί. Αυτό κατά την γνώμη του θα γινόταν δυνατό, αν ο άνθρωπος επέστρεφε στην φύση. Πίστευε δηλαδή πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκετε στη φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, την λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί να την εξασφαλίσει. Υπήρξε είρωνας καυστικότατος και ονειδιστείς των ανθρώπινων αδυναμιών, προπάντων δε της ματαιοδοξίας και της υπεροψίας. Τρεφόταν μόνο από προσφορές των θαυμαστών του. Ο Διογένης ο Λαέρτιος παραθέτει μεγάλο κατάλογο από έργα του Διογένη του Κύνου από τα οποία σώζονται αρκετά δυστυχώς όχι στη Ελληνική.
Ο Διογένης πίστευε πως ο άνθρωπος είναι από τη Φύση εφοδιασμένος με όλα όσα χρειάζεται και δεν έχει ανάγκη από περιττά πράγματα. Μόνος του δημιουργεί για τον εαυτό του πλήθος τεχνητές ανάγκες και επιθυμίες, που τελικά τον υποδουλώνουν. Για τον Διογένη μόνο η ικανοποίηση των φυσικών αναγκών οδηγεί στην ευτυχία και καμία σωματική ανάγκη δεν μπορεί να θεωρηθεί ανήθικη, αφού η φύση τις δημιουργεί όλες. Ωστόσο, οι φυσικές ανάγκες μπορούν να δαμαστούν με την άσκηση, δηλαδή με το να ασκεί κάποιος το σώμα του, ώστε να περιορίζονται οι ανάγκες του στο ελάχιστο δυνατό. Αυτό θα βοηθήσει τον άνθρωπο να αποκτήσει αυτάρκεια: όσο πιο λίγες και απλές είναι οι ανάγκες του, τόσο πιο εύκολα θα μπορεί να τις ικανοποιεί. Η παράδοση στις σωματικές απολαύσεις συνιστά αδυναμία αλλά και αδικία. Στον ευτραφή ρήτορα Αναξιμένη έλεγε σαρκαστικά ο Διογένης: «Αναξιμένη, δώσε λίγη κοιλιά και στους φτωχούς».
Ο Διογένης και οι μεταγενέστεροί του Κυνικοί απορρίπτουν ό,τι σηματοδοτεί τον ανθρώπινο πολιτισμό. Ο Νόμος δεν έχει καμία απολύτως αξία απέναντι στη φύση, διότι οι νόμοι είναι ανθρώπινα έργα και διαφέρουν από χώρα σε χώρα, επομένως δεν έχουν αντικειμενικό κύρος και είναι ανάξιοι σεβασμού. Για τον λόγο αυτό, ακριβώς, κανένα δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να κρίνει τις πράξεις κάποιου, ούτε και οποιαδήποτε εξουσία έχει το δικαίωμα να καθορίζει τη ζωή των ανθρώπων.
Χρησιμοποιούσε τον αστεϊσμό και το λογοπαίγνιο ως μέσο για τα διδάγματά του. Πίστευε πως η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκετε στη φυσική ζωή και πως μόνο με την αυτάρκεια, την λιτότητα, την αυτογνωσία και την άσκηση μπορεί κανείς να την εξασφαλίσει.Εφαρμόζοντας στην πράξη τις αρχές του κυκλοφορούσε στην Αθήνα ξυπόλυτος, φορώντας χειμώνα καλοκαίρι το ίδιο ρούχο και μόνο στα μεγάλα κρύα δανειζόταν από κάποιο φίλο του ένα μανδύα και είχε στην πλάτη του ένα σακούλι όπου έβαζε τίποτε τρόφιμα και ένα τάσι για να πίνει νερό. Κοιμόταν χωρίς να μεταχειρίζεται στρωσίδια μέσα σε ένα…πιθάρι, με φύλακες τα σκυλιά του, που άλλοτε το κυλούσε στη Βασίλειο Στοά κι άλλοτε στο Μητρώο, κάτω από την Ακρόπολη, αποδεικνύοντας, έτσι, πως και το σπίτι ακόμα ήταν κάτι το περιττό. Απέρριπτε την πολυθεΐα και τις θρησκευτικές λατρείες, ως αυθαίρετους ανθρώπινους θεσμούς.
Περιγελούσε τους ρήτορες που στους λόγους των έκαναν πολύ θόρυβο περί δικαιοσύνης αλλά ουδέποτε την εφάρμοσαν στη ζωή τους. Έλεγε ότι οι άνθρωποι αγωνίζονται να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλο σε υλικά αποκτήματα, αλλά κανένας δεν αγωνίζεται να γίνει καλύτερος και αληθινός.
Δε δημιούργησε ποτέ δική του οικογένεια και θεωρούσε τον εαυτό του ως «πολίτη του κόσμου» (κοσμοπολίτης).Οι Αθηναίοι αγαπούσαν τον Διογένη, για την ετοιμότητα και την ευφυΐα του, με τις οποίες απαντούσε σε κάθε ερώτηση που του έκαναν, καθώς και για τον αδυσώπητο και τραχύ τρόπο με τον οποίο έσκωπτε τα κακώς έχοντα στην κοινωνία. Τη σκέψη του την απασχολούσαν αποκλειστικά τα ηθικοκοινωνικά προβλήματα, η δε διδασκαλία του, ουσιαστικά, ήταν επαναστατική και ανατρεπτική της υφισταμένης τάξεως. Γι’ αυτό όταν ένας νεαρός του έσπασε το πιθάρι, μαστίγωσαν τον νεαρό και του έδωσαν άλλο.
Σ’ ένα ταξίδι του στην Αίγινα, ο Διογένης συνελήφθη από πειρατές και στάλθηκε στην Κρήτη όπου και εκτέθηκε για πώληση. Ο Ξενιάδης, εντυπωσιασμένος από το πνεύμα του Διογένη, τον αγόρασε παίρνοντάς τον μαζί του στην Κόρινθο. Εκεί του εμπιστεύτηκε το νοικοκυριό του και του ανέθεσε την ανατροφή των δύο γιων του. Ο Διογένης φέρεται να είπε στον Ξενιάδη, «Πρέπει να με υπακούεις, παρόλο που είμαι σκλάβος· διότι εάν ο γιατρός ή ο καπετάνιος πλοίου βρίσκονταν υπό δουλεία, θα υπακούονταν».
Ο Διογένης εκτελούσε τα καινούργια του καθήκοντα με τέτοια επιτυχία που ο Ξενιάδης συνήθιζε να λέει στους γύρω του, «Ένας έντιμος μεγαλοφυής μπήκε στο σπίτι μου.» Ο Εύβουλος, στο βιβλίο του με τον τίτλο «Η πώληση του Διογένη», μας περιγράφει πώς ο Κυνικός φιλόσοφος διαπαιδαγωγούσε τους γιους του Ξενιάδη. Τους μάθαινε ν’ αποστηθίζουν πολλά χωρία από ποιητές, ιστορικούς και από τα κείμενα του ίδιου του Διογένη. Τους ασκούσε με κάθε τρόπο στο ν’ αποκτήσουν καλή μνήμη. Στο σπίτι τους μάθαινε να αυτοεξυπηρετούνται και να είναι ευχαριστημένοι με λιτό φαγητό και νερό. Τους μάθαινε να κόβουν τα μαλλιά τους κοντά και να μην τα στολίζουν, να σκεπάζονται με ελαφρά σκεπάσματα, να περπατούν ξυπόλητοι, σιωπηλοί, χωρίς να κοιτάζουν γύρω τους στους δρόμους. Τα παιδιά έτρεφαν μεγάλο σεβασμό για το Διογένη και ζητούσαν χάρες από τους γονείς τους γι’ αυτόν. Επιπλέον ο Διογένης τους δίδαξε ιππασία, σκοποβολή, σφαιροβολία, και ακοντισμό. Αργότερα, όταν έφτασαν σε ηλικία για το σχολείο της παλαίστρας, δεν επέτρεπε στο δάσκαλο να τους δώσει πλήρη αθλητική εκπαίδευση, αλλά μόνο τόση ώστε να τους κρατάει σε καλή φυσική κατάσταση.
Στην Κόρινθο ο Διογένης έζησε το υπόλοιπο της ζωής του, την οποία αφιέρωσε αποκλειστικά στο να κηρύττει τα δόγματα της ενάρετης αυτοκυριαρχίας. Στα Ίσθμια (μια από τις τέσσερις μεγάλες πανελλήνιες γιορτές του αρχαίου κόσμου) δίδασκε σε μεγάλα ακροατήρια που στράφηκαν προς αυτόν μετά το θάνατο του Αντισθένη.
Ο Διογένης, είχε παντού εχθρούς ή φίλους που διασκέδαζαν μαζί του, εμπαίζοντάς τον, εξορίστηκε από την πατρίδα του, πουλήθηκε ως δούλος, κέρδισε την ελευθερία του, γνώρισε όλες τις πτυχές της ζωής αφού έγινε απο τραπεζίτης μέχρι ζητιάνος, και από φιλόσοφος μέχρι σκύλος (ζώντας σκυλίσια ζωή), στο τέλος κοιμόταν μέσα σε ένα μεγάλο πιθάρι. Δήλωνε ότι ήταν εναντίον του πολιτισμού, αφού «Οι άνθρωποι είναι ζώα και τα ζώα δεν έχουν πολιτισμό, έχουν μόνο φυσικές ανάγκες, αλλά ας γίνουν τα ζώα πρώτα άνθρωποι και έπειτα ας κάνουν και πολιτισμό, πράγμα δύσκολο, αφού μέχρι στιγμής δεν υπάρχει πουθενά, εκτός εάν μιλάμε για χρήματα, για πόλεμο και για θεάματα».
Πολλοί γελούσαν μαζί του επειδή κοιμόταν στο πιθάρι του κι εκείνος γελούσε μαζί τους επειδή δεν χωρούσαν στο πιθάρι του, γιατί ήταν χοντροί. «Η φιλοσοφία δεν έχει σπίτι» έλεγε, «γιατί είναι τόσο μεγάλη που δεν χωράει σε κανένα σπίτι και μπορεί να έχει σαν στέγη της μόνο τον ουρανό».
Έχοντας διαπιστώσει ότι ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα ζώο, ο Διογένης έκανε την ανάγκη του δημοσίως, και έλεγε ότι απολύτως καμία σωματική ανάγκη δεν θα έπρεπε να θεωρείται ανήθικη ή πρόστυχη αφού η φύση την δημιουργεί. Ο Διογένης, επίσης, αυνανιζόταν δημοσίως, κατά προτίμηση στην αγορά.
Για το θάνατο του Διογένη υπάρχουν διάφορες πληροφορίες. Οι ιστορικοί, όμως, δεν είναι βέβαιοι ούτε για το χρόνο ούτε για τον τρόπο του θανάτου του. Πιστεύεται ότι ο Διογένης πέθανε 323 π.Χ στην Κόρινθο πολύ γέρος και κατά την παράδοση την ίδια μέρα που πέθανε στη Βαβυλώνα ο Αλέξανδρος. Οι Κορίνθιοι του έκαναν μεγαλοπρεπή κηδεία και στον τάφο του έστησαν μαρμάρινο κίονα, πάνω στον οποίο έστεκε καμαρωτός ένας σκύλος από μάρμαρο της Πάρου (κύνα). Λέγεται ότι είχε προκύψει διαμάχη μεταξύ των μαθητών του για το ποιος θα τον θάψει. Τελικά, με εισήγηση ανδρών επιρροής, θάφτηκε από τους γιους του Ξενιάδη. Στη συνέχεια συμπατριώτες του από τη Σινώπη τον τίμησαν με ορειχάλκινα αγάλματα, κοντά στη γιγαντιαία κολόνα με το σκύλο, πάνω στα οποία χάραξαν την ακόλουθη επιγραφή: «Ο χρόνος κάνει ακόμη και το χαλκό να παλιώνει· αλλά τη δόξα σου, ω Διογένη, η αιωνιότητα ποτέ δεν θα καταστρέψει. Διότι εσύ μόνος δίδαξες στους θνητούς το μάθημα της αυτάρκειας και το πιο ενάρετο μονοπάτι της ζωής».
Ο Διογένης άφησε πίσω του μαθητές που ακολούθησαν τον ίδιο τρόπο ζωής και καυτηρίασαν έμπρακτα την αφύσικη και τεχνητή ζωή του πολιτισμού. Από τους πιο γνωστούς συνεχιστές του είναι ο Κράτης o Θηβαίος, που έζησε ως επαίτης, έχοντας μάλιστα στο πλευρό του την Ιππαρχία, κοπέλα από αρχοντική οικογένεια και αδελφή του επίσης Κυνικού Μητροκλή.
Ο Διογένης ο Λαέρτιος παραθέτει μακρότατο κατάλογο των έργων του φιλοσόφου, από τα οποία όμως τίποτα δεν διασώθηκε. Ο ίδιος συνέλεξε αποφθέγματα, ανέκδοτα και λεπτομέρειες από το βίο του μεγάλου κυνικού. Πολλά όμως απ’ αυτά όμως, ίσως και να είναι επινοήματα των μεταγενεστέρων θαυμαστών του. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα:


* Ο Διογένης είχε συλληφθεί αιχμάλωτος και κατάληξε στα δουλοπάζαρα. Ο δουλέμπορος δεν τον άφηνε να καθίσει, γιατί ήθελε να βλέπει ο κόσμος την «πραμάτεια» του. Ο Διογένης τότε του είπε, «Δεν έχει σημασία γιατί και τα ψάρια όπως και να στέκονται το ίδιο πωλούνται». Ο Ξενιάδης, πλούσιος, αριστοκράτης της εποχής είδε τον Διογένη και θέλησε να τον αγοράσει. Συζήτησε με τον δουλέμπορο και ο δουλέμπορος πλησίασε τον Διογένη και του λέει «αυτός ενδιαφέρεται να σε αγοράσει, τί δουλειά ξέρεις να κάνεις να του πώ;». Ο Διογένης με λογοπαίγνιο απαντά «ανθρώπων άρχειν» και συμπλήρωσε «Φώναξε μήπως κάποιος θέλει δεσπότη». Το λογοπαίγνιο αυτό, ενός δούλου που δήλωνε «άρχειν ανθρώπων» άρεσε στον Ξενιάδη που χαμογέλασε και τον αγόρασε, αφού αντιλήφθηκε τις δύο έννοιες που με οξυδέρκεια έθεσε ο Διογένης. «Διοικώ τους ανθρώπους και διδάσκω στους ανθρώπους αρχές». Ο Ξενιάδης ανάθεσε στον Διογένη την διδασκαλία των παιδιών του, και έτσι ο Διογένης έμεινε στο Κράθειον, ένα προάστειο της Κορίνθου.

* Οι φίλοι του Διογένη θέλησαν να τον ελευθερώσουν (από δούλο του Ξενιάδη) και εκείνος τους απεκάλεσε ανόητους, γιατί, όπως είπε, «τα λιοντάρια δεν είναι δούλοι αυτών που τα τρέφουν, αλλά αυτοί που τρέφουν τα λιοντάρια είναι δούλοι των λιονταριών, αφού ο φόβος χαρακτηρίζει τους δούλους, ενώ τα θηρία προκαλούν φόβο στους ανθρώπους».

* Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν στη Κόρινθο, ήθελε να γνωρίσει τον Διογένη και έστειλε ένα υπασπιστή του να βρει τον Διογένη που ήταν στο Κράθειο και να του τον παρουσιάσει. Αφού ο υπασπιστής τον εντόπισε, του είπε: «Σε ζητεί ο Βασιλεύς Αλέξανδρος να σε δεί». Ο Διογένης απάντησε «Εγώ δεν θέλω να τον δω. Εάν θέλει αυτός ας έρθει να με δει». Και πράγματι, ο βασιλεύς Αλέξανδρος πήγε να δεί τον Διογένη. Τον πλησιάζει ο Αλέξανδρος και του λέει «Είμαι ο Βασιλεύς Αλέξανδρος». Ο Διογένης ατάραχος απαντά «Και γώ είμαι ο Διογένης ο Κύων».Ο Μέγας Αλέξανδρος απορεί και του λέγει «Δεν με φοβάσαι;». Ο Διογένης απαντάει «Και τί είσαι; Καλό ή κακό;». Ο Αλέξανδρος μένει σκέπτικος. Δεν μπορεί ένας βασιλεύς να πει ότι είναι κακό, και άμα είναι καλό, γιατί κάποιος να φοβάται το καλό; Αντί να απαντήσει ο Αλέξανδρος τον ερωτεί εκ νέου «Τί χάρη θές να σου κάνω;» και ο Διογένης ξανά με λογοπαίγνιο απαντά «Αποσκότησων με». Βγάλε με δηλαδή από το σκότος, την λήθη, και δείξε μου την αλήθεια. Με το έξυπνο λογοπαίγνιο του Διογένη, η απάντηση του μπορεί και να εννοηθεί εώς «Σταμάτα να μου κρύβεις τον ήλιο», καθώς οι κυνικοί πίστευαν πώς η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκετε στη λιτότητα, στη ζεσταςιά του ήλιου και δεν ζητεί τίποτα από τα υλικά πλούτη. Μόλις το άκουσε αυτό ο Αλέξανδρος είπε το περίφημο: «Εάν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν Διογένης».

* Ο Πλάτων τιμούσε τον Διογένη, που τον ονόμαζε «Σωκράτη μαινόμενο», εκείνος όμως δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη τον ιδρυτή της Ακαδημίας και δεν άφηνε ευκαιρία να τον ειρωνεύεται. Όταν ο Πλάτων διατύπωσε τον γνωστό ορισμό για τον άνθρωπο: «Ζώον δίπουν άπτερον» (ζώο με δύο πόδια και χωρίς φτερά) ο Διογένης μάδησε ένα πετεινό και τον παρουσίασε στην αγορά λέγοντας «Ιδού ο άνθρωπος του Πλάτωνος» κι αυτός τότε συμπλήρωσε τον ορισμό με το «και πλατώνυχον».

* Μια μέρα μπήκε στο πλουσιόσπιτο του Πλάτωνα και με τα ξυπόλυτα (και βρώμικα) πόδια του πατούσε στα χαλιά λέγοντας «πατώ τον του Πλάτωνος τύφον (ματαιοδοξία)».

* Όταν ο Πλάτων τον είδε μια μέρα να γευματίζει μονάχα με ψωμί κι ελιές, δεν κρατήθηκε και τον πείραξε λέγοντας: «Αν είχες πάει στο Διονύσιο, δε θα ‘τρωγες τώρα ελιές». Ο Διογένης όμως δεν του τη χάρισε: «Αν έτρωγες ελιές δε θα χρειαζόταν να πάς στον Διονύσιο» (Σημείωση: Ο Διονύσιος ήταν τύραννος των Συρακουσών ο δε Πλάτων πήγε κοντά του προσπαθώντας να εφαρμόσει στην πράξη τις ιδέες που είχε διατυπώσει στην «Πολιτεία» του).

* Ο Διδύμων, οφθαλμίατρος της εποχής εξετάζει το μάτι μιάς κοπέλας. Ο Διογένης τον βλέπει. Ξέρει ο Διογένης ότι ο Διδύμων είναι τύπος ερωτίλος, κοινώς γυναικάς. Και του λέει «Πρόσεξε Διδύμωνα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, πειράξεις την κόρην».

* Είναι ο Διογένης καλεσμένος σε ένα γεύμα και πηγαίνει στο λουτρό για να πλυνθεί πρίν φάει. Αλλά το λουτρό είναι πολύ βρώμικο. Δεν παραπονιέται, δεν λέει «είναι βρώμικο το λουτρό», και δεν προσβάλει τον οικοδεσπότη αλλά με αστεϊσμό ερωτεί «Οι εδώ λουόμενοι, που πλένονται κατόπιν;».
* Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε που είδε ενάρετους (σύμφωνα με τις αρχές του) άντρες, αποκρίθηκε, «Άντρες πουθενά, στην Σπάρτη όμως, είδα παιδιά».

* Ο Διογένης καυτηρίαζε τον πόλεμο, με τον δικό του, ιδιότυπο τρόπο: Οι Κορίνθιοι προετοιμάζονταν πυρετωδώς για να πολεμήσουν τον Φίλιππο της Μακεδονίας και για να μη φανεί ότι ο Διογένης μένει άπρακτος, πήρε κι αυτός το πιθάρι του και άρχισε να το τσουλάει πάνω κάτω!

* Θέλησε κάποτε να πειράξει ένα ευνούχο μοχθηρό τύπο αφού έβλεπε τις πράξεις του και είχε ακούσει γι’ αυτόν. Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να βάζουν πάνω από την θύρα της οικίας τους ένα θυραίο. Αυτό ήταν ένα σύμβολο ή σήμα ή ρητό που διάλεγαν για την οικία τους. Ο μοχθηρός αυτός άνδρας είχε βάλει άνωθεν της οικίας του το εξής ρητό. «Μηδέν εισίτω κακόν» ( Να μην μπει κανένα κακό). Και ο Διογένης κτύπησε την πόρτα και ρώτησε: «Ο οικοδεσπότης από πού μπαίνει;».

* Όταν ρωτήθηκε ποιανού ζώου το δάγκωμα είναι το χειρότερο, λέγεται πως απάντησε: «Ανάμεσα στα άγρια, του συκοφάντη, και ανάμεσα στα ήμερα του κόλακα».

* Μια μέρα, ενώ συζητούσε επί σοβαρού θέματος κι ελάχιστοι τον άκουγαν, άρχισε να σφυρίζει· τότε, καθώς πλήθος μαζεύτηκε αμέσως γύρω του, τους επέπληξε λέγοντας, «Εσείς σπεύδετε με όλη σας τη σοβαρότητα για ν’ ακούσετε ανοησίες, αλλά είστε πολύ αργοί και περιφρονητικοί όταν το θέμα είναι σοβαρό».

* Όταν κάποιος του είπε, «οι περισσότεροι άνθρωποι γελούν μαζί σου», η απάντησή του ήταν, «πολύ πιθανόν οι γάιδαροι να γελούν μ’ αυτούς· αλλά όπως δεν τους νοιάζει για τα γαϊδούρια, ούτε και μένα με νοιάζει γι’ αυτούς».

* Ο Μέγας Αλέξανδρος κάποτε θέλησε να πειράξει τον Διογένη και αφού έλεγε ότι ήταν Κύων, του έστειλε ένα πιάτο κόκκαλα. Μετά όταν τον συνάντησε τον Διογένη τον ρώτησε: «Σου άρεσε Κύων το δώρο μου;». Και ο Διογένης του απάντησε «Το έδεσμα ήταν άξιο για κύων, αλλά το δώρο δεν ήταν καθόλου άξιο για βασιλέα».

* Όταν από τα βάθη της Ασίας ο Αλέξανδρος έστειλε στον τοποτηρητή του Αντίπατρο μήνυμα με κάποιον αγγελιοφόρο, που λεγόταν Αθλίας, ο Διογένης σχολίασε: «Αθλίας παρ΄αθλίου δι΄αθλίου προς άθλιον» (Ο άθλιος στέλνει άθλια επιστολή με τον Άθλιο προς ένα άθλιο).

* Τον ρώτησε κάποιος τύραννος ποιος είναι ο καλύτερος χαλκός για να χυτευθεί ένα άγαλμά του και ο Διογένης του είπε «ο δι΄ου Αρμόδιος και Αριστογείτων εχυτεύθησαν» (δηλαδή ο χαλκός από τον οποίο γίνανε τα αγάλματα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα – των τυραννοκτόνων).
* Μια μέρα, παρατήρησε μια τοιχογραφία που εικόνιζε δύο κενταύρους, πανάθλια ζωγραφισμένος και ρώτησε : «Πότερος τούτων Χείρων εστί;», λογοπαικτώντας με το επίθετο χείρων (= χειρότερος) και το όνομα του γνωστού κενταύρου Χείρωνα.

* Όταν κάποιος είπε στον Διογένη, «Γέρασες, κοίτα να ξεκουραστείς», αυτός απάντησε «Αν έπαιρνα μέρος σε αγώνα δρόμου, στο τέλος, θα έπρεπε να χαλαρώσω αντί να επιταχύνω;».

* Μια μέρα παρακολουθούσε μουσική παράσταση κιθάρας. Ο κιθαρωδός ήταν κάποιος ηρακλείων διαστάσεων και πολύ αγριωπός, το δε παίξιμό του είχε τα μαύρα του τα χάλια. Όλοι οι ακροατές αποδοκίμαζαν τον «καλλιτέχνη» και μονάχα ο Διογένης τον χειροκροτούσε. Όταν οι άλλοι τον ρώτησαν απορημένοι «γιατί;», εκείνος απάντησε: «Διότι τηλικούτος ών κιθαρωδεί και ου ληστεύει!» (Επειδή, παρά το μέγεθος του, παίζει κιθάρα και δεν ληστεύει).

* Όταν είδε ένα μουσικό να χορδίζει την άρπα, του είπε, «Δεν ντρέπεσαι να δίνεις στο ξύλο εναρμονισμένους ήχους, τη στιγμή που απέτυχες να εναρμονίσεις την ψυχή με τη ζωή σου;».

* Στην αγορά της Αθήνας τον έβρισε ένας φαλακρός. Ο Διογένης απάντησε: «Εγώ ου λοιδωρώ αλλά τας τρίχας επαινώ, ότι κρανίου κακού απηλλάγησαν», δηλαδή «Δεν θα σε βρίσω, αλλά θα παινέψω τις τρίχες που εγκατέλειψαν ένα τέτοιο κρανίο».

* Τον καιρό που ο Διογένης ζούσε στην Κόρινθο, μεσουρανούσε εκεί η περίφημη εταίρα Λαΐς η Κορινθία. Ήταν τόσο όμορφη που κατά τον Προπέρτιο «όλη η Ελλάδα έλιωνε από πόθο μπροστά στην πόρτα της» ενώ ο Αρισταίνετος γράφει πως «τα στήθια της ήταν σαν κυδώνια» και κατά τον Αθήναιο πολλοί ζωγράφοι την είχαν ως πρότυπο. Δεν ήταν όμως μόνο πανέμορφη. Ήταν πολύ μορφωμένη, καλλιεργημένη, και πάμπλουτη. Φυσικά είχε σχέσεις με τους επιφανέστερους και πλουσιώτερους Έλληνες, που συνέρρεαν στην Κόρινθο για να τη γνωρίσουν (με τη βιβλική σημασία του ρήματος). Ανάμεσα στους «πελάτες» της ήταν και ο μαθητής του Σωκράτη Αρίστιππος, ιδρυτής της ηδονιστικής σχολής. Ο Αρίστιππος ήταν άνθρωπος ρεαλιστής και όταν κάποιοι του είπαν πως η Λαϊς δεν τον αγαπάει, αυτός απάντησε «Και τα ψάρια και το κρασί δε μ΄αγαπάνε αλλά εγώ τα απολαμβάνω». Ο Διογένης στην αρχή δεν έδινε καμιά σημασία στη Λαϊδα και όταν κάποιος φίλος του τον ρώτησε γιατί δεν την επισκέπτεται, αυτός απάντησε «ουκ ωνέομαι εγώ δεκακισχιλίων μίαν μεταμέλειαν», δηλαδή δεν αγοράζω με δέκα χιλιάδες δραχμές κάτι για το οποίο θα μετανοιώσω. Η Λαΐς, μαθαίνοντας το περιστατικό, πειράχτηκε και αποφάσισε να τιμωρήσει τον φιλόσοφο που καταφρονούσε τη γοητεία της. Κατάφερε να τον πλησιάσει και του υποσχέθηκε μιαν ερωτική νύχτα μαζί της, δωρεάν. Ο Διογένης, τι είχε να χάσει, συμφώνησε. Η Λαΐς όμως τον υποδέχτηκε σε ένα σκοτεινό δωμάτιο και στη θέση της βρισκόταν μια κακάσχημη υπηρέτριά της, από την οποία τελικά ο φιλόσοφος δέχτηκε τις θωπείες που του υποσχέθηκε η Λαΐς. Το άλλο πρωί διαπίστωσε το πάθημά του, το οποίο η εταίρα φρόντισε να το μάθει όλη η Κόρινθος. Ο Διογένης όμως απτόητος της ανταπέδωσε τα ίσα, λέγοντας «Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαΐς» (δηλαδή, στο σκοτάδι όλες οι γυναίκες είναι ίδιες).

* Μια φορά ο Διογένης ο Κυνικός βρέθηκε σε μια συντροφιά όπου όλοι έπλητταν θανάσιμα από απαγγελία ενός ποιητή. Βλέποντας να προβάλλει το λευκό στο τέλος του ειληταρίου που κρατούσε ο ποιητής, ο Διογένης είπε «Κουράγιο φίλοι, βλέπω στεριά».

* Όταν ο κυνικός φιλόσοφος Διογένης είδε μια γυναίκα κρεμασμένη σε μια ελιά αναφώνησε: «Μακάρι να είχαν όλα τα δέντρα τέτοιους καρπούς!».

* Κάποιος καλοτύχιζε τον Καλλισθένη γιατί ζούσε ωραία κοντά στον Μέγα Αλέξανδρο. Ο Διογένης τότε του απαντά: «Κακότυχος είναι όποιος προγευματίζει και δειπνεί όποτε αρέσει στον Αλέξανδρο».

* Μια φορά άναψε, μέρα μεσημέρι, έναν λύχνο και κρατώντας τον, γύριζε στης αγοράς τους δρόμους. Όταν δε, ρωτήθηκε γιατί το κάνει αυτό, έδωσε τη γνωστή περίφημη απάντησή του: «Άνθρωπον ζητώ».

* Μια μέρα ο Διογένης πήγε στο θέατρο, όταν η παράσταση είχε τελειώσει και ο κόσμος έβγαινε έξω. Αντίθετα στο πλήθος, που έβγαινε έξω, αυτός προσπαθούσε ν’ ανοίξει δρόμο και να μπει μέσα, και σαν τον ρώτησαν, γιατί πάει αντίθετα, απάντησε: «Σε όλη μου τη ζωή αυτό εξασκούμαι να κάνω».

* Όταν είδε μια μέρα ένα παιδί να πίνει νερό με τη χούφτα του χεριού του, έβγαλε, καθώς λένε, το κύπελλο, με το οποίο έπινε νερό και το πέταξε αναφωνόντας «παιδίον μὲ νενίκηκεν εὐτελεία!» (ένα παιδί με ξεπέρασε στην απλότητα).

* Ο Διογένης, κάποτε, στέκονταν εμπρός από ένα άγαλμα ζητώντας…ελεημοσύνη. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, εκείνος απάντησε: «μελετῶ ἀποτυγχάνειν» (μελετώ την αποτυχία).
* Έλεγε ο Διογένης, πως, όταν πεθάνει, θέλει να τον θάψουν μπρούμητα. Τον ρώτησαν γιατί, κι εκείνος απάντησε: «γιατί σε λίγο θα’ ρθουν τα πάνω-κάτω».

* Σε κάποιον που του υπενθύμισε χλευαστικά μια παλαιότερη παρανομία του (παραχάραξη νομίσματος, για την οποία οι συμπολίτες του τον εκδίωξαν από την Σινώπη), ο κυνικός φιλόσοφος δήλωσε «κάποτε ήμουν τέτοιος που εσύ είσαι τώρα, τέτοιος όμως που είμαι εγώ, εσύ δεν θα γίνεις ποτέ». Όταν οι Αθηναίοι τον κορόιδευαν για τον ίδιο λόγο, λέγοντας πώς οι Συνωπείς τον είχανε εξορίσει αυτός με αστεϊσμό απαντούσε «κι εγώ τους καταδίκασα να μείνουν εκεί».

* Ο Διογένης βγήκε μια μέρα στην αγορά και άρχισε να φωνάζει:«Ε, άνθρωποι που είστε;». Σαν μαζεύτηκαν κάμποσοι, τότε άρχισε να τους κυνηγά και να τους χτυπά με το ραβδί του, λέγοντάς τους: «Ανθρώπους κάλεσα, όχι παλιάνθρωπους».

* Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε «Αν πεθάνεις, ποιος θα φροντίσει την κηδεία σου;», είπε «Αυτός που θα θέλει το σπίτι μου».

* Βλέποντας κάποτε ο Διογένης μια θρησκόληπτη γυναίκα να σκύβει βαθιά στα αγάλματα των θεών, της είπε «Δε φοβάσαι καλή μου γυναίκα, μήπως κανένας θεός από πίσω σου σε δει σε άσεμνη στάση;».

* Όταν ο Διογένης αιχμαλωτίστηκε στη μάχη τις Χαιρώνειας και οδηγήθηκε μπροστά στον Φίλιππο, ρωτήθηκε ποιος είναι, και απάντησε, «κατάσκοπος τις απληστίας σου».

* Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε πότε πρέπει να παντρεύεται κάποιος, είπε, «Τους μεν νέους μηδέπω (όχι ακόμα), τους δε πρεσβυτέρους μηδέπωποτε (ποτέ)».

* Σε κάποιο δείπνο κάποιοι του έριχναν (του Διογένη) κόκκαλα σαν σε σκύλο, τότε εκείνος σηκώθηκε και τους κατούρησε σαν σκύλος.

* Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε γιατί οι άνθρωποι ελεούν τους ζητιάνους αλλά όχι τους φιλοσόφους, είπε, «γιατί κουτσοί και τυφλοί υπάρχει περίπτωση να γίνουν, φιλόσοφοι όμως αποκλείεται».

* Ο Διογένης παρουσιάστηκε σε μια ομιλία του ρήτορα Αναξιμένη κρατώντας ένα παστό ψάρι και απέσπασε την προσοχή των ακροατών, ο ρήτορας αγανάκτησε και ο Διογένης είπε, «Ένα τιποτένιο ψάρι διέλυσε την ομιλία του Αναξιμένη».

* Όταν κατηγόρησαν τον Διογένη ότι τα πίνει στο καπηλειό, απάντησε «και στο κουρείο, κουρεύομαι».

* Ο Διογένης όταν είδε θηλυπρεπή νέο, του είπε «δεν ντρέπεσαι, να έχεις για τον εαυτό σου χειρότερη γνώμη απ’ αυτή που έχει η φύση; Αυτή σε έκανε άντρα κι εσύ αναγκάζεις τον εαυτό σου να γίνει γυναίκα».

* Κάποτε όταν τον ειρωνεύτηκαν πως μπαίνει σε ακάθαρτους χώρους, ο Διογένης, σε απάντηση, τους είπε: «Αλλά και ήλιος και ου μιαίνεται», δηλαδή: «Κι ο ήλιος μπαίνει σε ακάθαρτους τόπους, αλλά δεν μολύνεται από αυτούς».

* Ο Διογένης συχνά αυνανιζόταν δημοσίως μπροστά στο πλήθος που μαζευόταν γύρω από το πιθάρι του. Όταν κάποτε ένας παριστάμενος τον ερώτησε εάν δεν ντρέπεται, αυτός του απάντησε «Είθε και την κοιλίαν ην παρατρίψαντα και μη πεινήν» (μακάρι να μπορούσα να ανακουφίσω και την πείνα μου, τρίβοντας την κοιλιά μου).

* Βλέποντας ο Διογένης, Μεγαρίτες να χτίζουν μεγάλα τείχη, τους είπε «Μην έχετε έγνοια πόσο μεγάλα θα είναι τα τείχη αλλά πόσο μεγάλοι θα είναι εκείνοι που θα σταθούν επάνω σε αυτά».

* Ρώτησαν κάποτε τον Διογένη, πια στάση πρέπει να κρατά κάποιος απέναντι στην εξουσία απάντησε: «Όποια και απέναντι στην φωτιά: να μην στέκεται ούτε πολύ κοντά, για να μην καεί, ούτε πολύ μακριά για να μην ξεπαγιάσει».

* Ο Διογένης, κουβαλούσε μαζί του ό,τι είχε. Σ’ ένα σακούλι είχε συνήθως ψωμί και ελιές. Μια μέρα λοιπόν κάθεται στο μέσο της Αγοράς, ανοίγει το σακούλι του και αρχίζει να τρώει. «Καλά, τι ώρα είναι αυτή που τρως;» τον ρωτάει κάποιος. Κι ο Διογένης ετοιμόλογος του απάντησε: «Οι πλούσιοι τρώνε όταν θέλουνε, εγώ ο φτωχός, όταν πεινώ!».

* Βλέποντας μιά ημέρα τους αξιωματούχους να οδηγούν στη φυλακή κάποιο ταμία, που είχε κλέψει ένα κύπελο είπε: «Οι μεγάλοι κλέπται τον μικρόν άγουσι».

* Για τις αναθηματικές επιγραφές πιστών που σώθηκαν χάρη σε μια θεότητα, έλεγε «Θα ήταν πολύ περισσότερες, αν και εκείνοι που δεν είχαν σωθεί, είχαν κάνει αφιερώσεις».

* Βλέποντας κάποτε έναν ολυμπιονίκη να νέμει τα πρόβατά του, στάθηκε και του είπε: «Ω, βέλτιστε, ταχέως μετέβης από των Ολυμπίων επί τα Νέμεα».


Αποφθέγματα του Διογένη

* Η ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ.
* ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΑΠΛΩΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΑΝΟΙΧΤΑ.
* ΤΑ ΑΞΙΟΛΟΓΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΤΟΥΝ ΜΕ ΑΣΗΜΑΝΤΑ ΠΟΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΙΘΕΤΟ.
* ΜΕΤΑΞΥ ΦΙΛΩΝ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΑ.
* ΣΤΗΝ ΤΥΧΗ ΝΑ ΑΝΤΙΣΤΕΚΕΣΑΙ ΜΕ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ, ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ ΜΕ ΤΗ ΦΥΣΗ, ΣΤΑ ΠΑΘΗ ΜΕ ΤΗ ΛΟΓΙΚΗ.
* Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΣΥΣΤΑΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ.
* ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΙΩΜΑΤΑ ΘΕΩΝ.
* Ο ΕΡΩΣ ΕΙΝΑΙ ΑΣΧΟΛΙΑ ΑΡΓΟΣΧΟΛΩΝ.
* ΑΘΛΙΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΦΤΩΧΟΣ ΓΕΡΟΣ.
* ΑΠ’ ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΘΗΡΙΑ ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΔΑΓΚΩΜΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ Ο ΣΥΚΟΦΑΝΤΗΣ, ΑΠΟ ΤΑ ΗΜΕΡΑ Ο ΚΟΛΑΚΑΣ.
* Η ΚΟΙΛΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΡΥΒΔΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ.
* Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟ, ΑΛΛΑ ΤΟ ΝΑ ΖΕΙΣ ΚΑΚΑ.
* ΟΙ ΟΜΟΡΦΕΣ ΕΤΑΙΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΟ ΘΑΝΑΤΗΦΟΡΟ ΠΙΟΤΟ.
* ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΤΟΙΜΟΣ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙΣ ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ΣΟΥ ΤΥΧΕΙ.
* Ο ΗΛΙΟΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΠΑΤΟΥΣ, ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΜΟΛΥΝΕΤΑΙ.
* ΟΙ ΔΟΥΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΤΑΓΜΕΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΑΦΕΝΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΣΧΡΟΙ ΣΤΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ ΤΟΥΣ.
* ΟΙ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ ΑΝΤΛΟΥΝ ΤΗΝ ΗΔΟΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΤΥΧΙΑ.
* Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟΣ ΓΙΑΤΙ ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΟΥΜΕ.
* Η ΜΟΡΦΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΣΗ, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ, ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ ΠΛΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΣΙΟΥΣ ΣΤΟΛΙΔΙ.
* Η ΑΣΚΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΨΥΧΙΚΗ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΙΚΗ.
* ΧΩΡΙΣ ΕΞΑΣΚΗΣΗ ΤΙΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΤΑΦΕΡΟΥΜΕ, ΕΝΩ ΜΕ ΤΗΝ ΕΞΑΣΚΗΣΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΞΕΠΕΡΑΣΤΕΙ ΚΑΘΕ ΕΜΠΟΔΙΟ.
* ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΓΟΥΜΕ ΟΧΙ ΤΟΥΣ ΑΧΡΗΣΤΟΥΣ ΚΟΠΟΥΣ, ΑΛΛΑ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ Η ΦΥΣΗ ΓΙΑ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΑ.
* ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΔΥΣΤΥΧΟΥΝ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΟΗΣΙΑΣ ΤΟΥΣ.
* ΟΠΩΣ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΝΗΘΙΣΕΙ ΝΑ ΖΟΥΝ ΜΕ ΗΔΟΝΕΣ, ΕΝΟΧΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΕΙΨΗ ΤΟΥΣ, ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΥΝΗΘΙΣΕΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΙΘΕΤΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ, ΠΕΡΙΦΡΟΝΟΥΝ ΤΙΣ ΗΔΟΝΕΣ.
* Ο ΥΠΕΡΤΑΤΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.
* ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ.
* Η ΕΥΓΕΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ, Η ΚΑΛΗ ΦΗΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΛΙΔΙΑ ΠΟΥ ΣΥΓΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΚΙΑ.
* Η ΜΟΝΗ ΣΩΣΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΡΥΘΜΙΖΕΙ ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ.
* ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΟΙΝΕΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ.
* Η ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ, Η ΜΟΥΣΙΚΗ, Η ΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΧΡΗΣΤΑ ΚΑΙ ΜΗ ΑΝΑΓΚΑΙΑ.


Πηγή: Anarchy Archives


  • "Λόγια-φωτιά!"
(από τον ανιχνευτή)


Δεν θα προβώ σε άλλη μια ανάλυση περί τοπικών & διεθνών πολιτικών (κι από πίσω οικονομικών) και πνευματικών "ταγών". Που, όχι μόνο διαδραματίζουν ένα σκοτεινό (οι πρώτοι) ή διακοσμητικό-βοηθητικό της Εξουσίας-διαστρεβλωτικό για την ορθή αντίληψη (οι δεύτεροι, επί το πλείστον) ρόλο, αλλά κρίνονται πλέον ιδιαιτέρως επιβλαβείς για τη σωματική και διανοητική υγεία των ανθρώπων ανά τον κόσμο!

Δεν θα προχωρήσω με το γνωστό τρόπο, στην καταγγελία του τέλματος παγωμάρας, παθητικότητας, και σπατάλης ενέργειας μέσω λανθασμένων επιλογών, στο οποίο έχει περιέλθει η πλειοψηφία των ανθρώπων. Ευτυχώς (για την πορεία του κόσμου μας) πάντα υπήρχε και υπάρχει η ενεργός μειοψηφία, που, κάτω από κατάλληλες προϋποθέσεις, δύναται να μετατραπεί σε ΚΡΙΣΙΜΗ ΜΑΖΑ αλλαγής των πραγμάτων και για το χτίσιμο της πραγματικότητας με νέα (πιο ποιοτικά) δομικά υλικά.

Δεν θέλω να αναλύσω περισσότερο την επονείδιστη κατάσταση όπου το χρήμα έχει μετατραπεί σε "ένα πανίσχυρο αόρατο και ταυτόχρονα υλικό θεό, πανταχού παρών και τα πάντα πληρών, ο θησαυρός των πονηρών και ζωής χορηγός".


Θέλω να προσεγγίσω όλα τα παραπάνω, κι ακόμα περισσότερα, μέσα από τα λόγια που έχουν ειπωθεί από κάποιους και να τα αφιερώσω σε όσους/ες επιθυμούν να σκέφτονται και να δρουν σαν Άνθρωποι...

Πάμε λοιπόν:

"Όποιος κοιτάζει έξω ονειρεύεται. Όποιος κοιτάζει μέσα του ξυπνάει"   ΚΑΡΛ ΓΙΟΥΝΓΚ

"Όταν γεμίσει το στομάχι, αδειάζει η ψυχή"  ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΓΙΩΣΑΦΑΤ

"Οι νόμοι είναι σαν τα λουκάνικα. Καλύτερα να μην τα δει κανείς την ώρα που φτιάχνονται"  ΟΤΤΟ ΦΟΝ ΜΠΙΣΜΑΡΚ

"Ελπίδα σημαίνει να συνεχίζεις να ζεις μέσα στην απόγνωση και να συνεχίζεις να σιγοτραγουδάς μέσα στο σκοτάδι"   HENRI NOUWEN

"Η φωνή του πάθους είναι καλύτερη από τη φωνή της λογικής. οι άνθρωποι χωρίς πάθος δεν μπορούν ν'αλλάξουν την ιστορία"  CZESLAW MILOSZ (Πολωνός ποιητής)

"Είναι οξύμωρο να βλέπεις μια κοινωνία να αναστατώνεται, να αγανακτεί, για να παραμείνει η ίδια που ήταν"  ΑΚΑΦΤΟΣ

"Όταν  μια χώρα κυβερνάται καλά, η φτώχεια είναι κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπεται. Όταν κυβερνάται άσχημα, ο πλούτος είναι κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπεται"   ΚΟΜΦΟΥΚΙΟΣ

"Δεν έχει σημασία πόσο θα ζήσει κανείς, αλλά εάν θα καταφέρει να αναπτύξει κάτι που μπορεί να δώσει νόημα στη ζωή"   ΖΑΝ ΝΤΕ ΣΑΛΤΣΜΑΝ

"Ο γιατρός βλέπει τον άνθρωπο σε όλη του την ανημπόρια, ο δικηγόρος σε όλη του την κακότητα και ο θεολόγος σε όλη του τη βλακεία"   ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ

"Τα παλάτια και οι εκκλησίες είναι σαν τα δίχτυα, σαν παγίδες, σαν θηλές που θέλουν να πιάσουν τις αιώνιες χαρές"   ΓΟΥΙΛΛΙΑΜ ΜΠΛΑΙΗΚ

"Η απόδοση σπουδαιότητας στον εαυτό αποτελεί το πιο σίγουρο σημάδι  αχρειότητας"  ΟΣΣΟ

"Το να είσαι ο εαυτός σου και όχι κάτι άλλο, σε ένα κόσμο που κάνει ό,τι μπορεί για να σε κάνει κάποιον άλλο, σημαίνει ότι δίνεις τη σκληρότερη μάχη που μπορεί να δώσει ένας άνθρωπος-μια μάχη που δεν σταματάει ποτέ"   E.E. CUMMINGS

"Κυβέρνηση είναι μια παρέα ανθρώπων που παρενοχλούν τους υπόλοιπους"   ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ

"Υπάρχει μια ρωγμή στα πάντα-έτσι μπαίνει το φως"  ΛΕΟΝΑΡΝΤ ΚΟΕΝ

" Η αλήθεια είναι ότι οι καλύτερες στιγμές μας είναι πιθανότερο να προκύψουν όταν νιώθουμε πολύ άβολα, βαθιά δυστυχισμένοι ή ανολοκλήρωτοι. Γιατί μόνο σε τέτοιες στιγμές, που κινητοποιούνται από τα βάσανά μας, είναι δυνατόν να αφήσουμε τη ρουτίνα μας και να αρχίσουμε να ψάχνουμε για διαφορετικούς τρόπους ή πιο αληθινές απαντήσεις"   M. SCOTT PECK

"Σε εποχές παγκόσμιας εξαπάτησης, το να λέει κανείς την αλήθεια αποτελεί επαναστατική πράξη"  ΤΖΟΡΤΖ ΟΡΓΟΥΕΛ

"Αυτό που είναι να δώσει φως πρέπει να αντέχει το κάψιμο"  ΒΙΚΤΩΡ ΦΡΑΝΚΛ

"Αυτός που έχει ένα γιατί να ζει, μπορεί ν'αντέξει σχεδόν κάθε πώς να ζει"  ΝΙΤΣΕ

"Η προσκόλληση είναι ο μεγάλος δημιουργός των ψευδαισθήσεων. Η πραγματικότητα μπορεί να προσληφθεί μόνο από κάποιον που είναι αποσπασμένος"  ΣΙΜΟΝ ΒΕΪΛ

"Μη προβλέπεις επανάσταση. Κάντη!"  ΣΥΝΘΗΜΑ ΣΕ ΤΟΙΧΟ




  • Ο κυριούλης με την ατάκα: από τους Ινδιάνους ως τη Wall Street και το City of London και...
...τoυς κατά τόπους μάνατζερ (=πολιτικούς) και παραμάγαζά της (όπως αυτό στη νοτιοανατολική γωνιά της Ευρώπης)

      (μια ιστορία του ανιχνευτή για το πώς ένα περιστατικό μπορεί να σε βυθίσει σε πολλές και ποικίλες σκέψεις...)

..................................................................................................................................

Τις προάλλες, καθόμουν μ'ένα φίλο σ'ένα καφέ και, καθώς είμαστε και οι δυο λάτρεις των θρύλων και παραδόσεων όλων των λαών, είχαμε στήσει μια ζωηρή συζήτηση για τον πολιτισμό και Ιστορία των αυτόχθονων Ινδιάνων της Βόρειας και Νότιας Αμερικής. Στο διπλανό τραπέζι  καθόταν ένας άγνωστος τύπος γύρω στα 50-55, που είχε στήσει αυτί και κάποια στιγμή δεν άντεξε άλλο και έθεσε το ερώτημα: "Δε μου λέτε εσείς (με τέτοια ευγένεια παρενέβη), εδώ ο κόσμος χάνεται εντός συνόρων και σεις μου ασχολείστε τόση ώρα με τους άγριους τους μάου-μάου;(μπερδεύοντας την Αμερική με την Αφρική)". Βέβαια εγώ είχα έτοιμη την απάντηση: "Καλώς ήλθατε στην παρέα μας! Γιατί δεν μας επιτρέπετε να ασχολούμαστε με τους Ινδιάνους; Άλλωστε οι Μάου-Μάου είναι παντού γύρω μας, εδώ που ζούμε! Κι εξάλλου οι Ινδιάνοι αποτελούν στοιχείο της πατρίδας μου!" "Και ποια είναι η πατρίδα σου;" ρώτησε με απορία ανάμικτη με αντιπάθεια...
 "Οι θάλασσες, τα ποτάμια, οι λίμνες, τα βουνά και οι κάμποι, αλλά και οι άνθρωποι όλου του κόσμου, καλέ μου κύριε. Α! και βέβαια τα άστρα, όταν φεύγω από τα τσιμέντα, την τοξική σούπα και τα φώτα της πόλης και πάω σε μέρη που μπορώ να τα χαζεύω με καθαρό βλέμμα!" απάντησα εγώ. Το δικό του βλέμμα, πάντως, αν ήταν τόξο ινδιάνικο, θα μου έριχνε εκείνη τη στιγμή ένα δολοφονικό βέλος!
" Εγώ" ούρλιαξε σχεδόν "είμαι άνεργος 5 χρόνια, όπως κι ο γιος μου και μόνο η γυναίκα μου δουλεύει! Αλλά εγώ αγαπώ την πατρίδα μου και την τιμώ". "Κατ'αρχήν λυπάμαι για την κατάστασή σας κι εύχομαι όλοι μαζί να την αλλάξουμε για όλους" απάντησα(και το ύφος του σκοτείνιασε από μίσος) "και ποιος σας είπε ότι κι εγώ δεν αγαπώ την πατρίδα μου, έτσι όπως σας την προσδιόρισα πριν; Αλλά αν θέλετε επιτρέψτε μου να σας εξηγήσω καλύτερα και να καταλάβετε τι εννοώ". "Να μου λείπουν οι αναλύσεις οι δικές σας" και κοπάνησε τα ψιλά για τον καφέ στο τραπέζι του και σηκώθηκε να φύγει άρον άρον. Καθώς όμως απομακρυνόταν από μας, φώναξε (για να τον ακούσουμε, όπως όλοι οι "μάγκες από απόσταση") μια δημοφιλή, για κάμποσους τελευταία, ατάκα-καραμέλα που ζέχνει από γελοιότητα: "Α! ρε μια χρυσή αυγή που σας χρειάζεται..." Ο φίλος μου πετάχτηκε σαν ελατήριο φωνάζοντάς του: "Και σένα ένα Άουσβιτς, να δουλέψεις ως δεσμοφύλακας και να βρεις δουλειά που ίσως κάνει και το επαγγελματικό όνειρό σου πραγματικότητα!" Του έγνεψα να καθίσει κάτω και να ηρεμήσει, δεν υπήρχε λόγος να ασχοληθούμε άλλο μαζί του και να κατρακυλήσουμε στο δικό του τρόπο "σκέψης".
 
  Όμως, τώρα που πέρασαν λίγες μέρες, μου φαίνεται ότι έχω ένα "απωθημένο" από την ιστορία εκείνη: δεν πρόλαβα να προχωρήσω στις "αναλύσεις" μου! όπως το έθεσε και ο φιλόπατρις ευγενικός κύριος. Χμ! Και γιατί να μη το κάνω εκ των υστέρων; κι ας απουσιάζει εκείνος. Και να του το αφιερώσω, δεχόμενος ότι δεν είναι χρυσαυγίτης, αλλά μέσα στη γενικότερη μιζέρια του κι απογοήτευση από αυτά που συμβαίνουν, έπρεπε να μας πει σώνει και καλά κάτι, για να'χει και "το πάνω χέρι της τελευταίας κουβέντας", καθώς όλοι φταίνε πλέον, αθώοι κι ένοχοι! Και εφόσον αυτός ήρθε σε επι-κοινωνία μαζί μας κι έθεσε ένα παράπονο(ας πούμε) κι ένα ερώτημα, το γεγονός ότι ήταν τόσο βυθισμένος (και κολλημένος) στις δικές του γνώμες, εμμονές, τραύματα και φοβίες, τον απότρεπε τελείως να ακούσει τι του λέει ο "άλλος" και άκουγε τελικά το θόρυβο των δικών του μόνο σκέψεων! Δυστυχώς, αυτή είναι μια διαδεδομένη νοητική κατάσταση (ή κατάπτωση, καλύτερα) ανάμεσα σε πάρα πολλούς ανθρώπους, που Δεν επικοινωνούν, όσο κι αν μιλάνε μεταξύ τους, ακριβώς για τους παραπάνω λόγους, αγνοώντας ή απορρίπτοντας ή μην ακούγοντας καθόλου όσα έχουν να τους πουν οι άλλοι, πιθανώς και πράγματα πολύ σημαντικά! Αυτό όμως δεν είναι παράγοντας εξέλιξης αλλά στασιμότητας! Κι εξέλιξη σημαίνει ότι κι από τα ερεθίσματα που παίρνω λόγω αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον μου, μπαίνω σε μια διαδικασία Κίνησης, που με βοηθά να επιλύω προβλήματα και να αντιμετωπίζω καταστάσεις!

 Τελοσπάντων, επειδή εξώκειλα στα "αχανή χωράφια" της ψυχανάλυσης, περνάω αμέσως σε μια άλλου είδους ανάλυση, που συνδυάζει σύνορα, αλληλεπιδράσεις, κοινωνική μηχανική, Ινδιάνους, αποικιοκράτες, χολυγουντιανή προπαγάνδα και τραπεζίτες που λυμαίνονται τον κόσμο! Να'ναι καλά ο κυριούλης με την "αγανακτισμένη" ατάκα, που μου έδωσε την πρέπουσα τροφή και ώθηση!

Ξεκινώντας, θα τονίσω, κατ'αρχήν, ότι ζούμε σ'έναν πλανήτη όπου όλοι και όλα συνδέονται με, άμεσες ή έμμεσες, φανερές ή υπόγειες, λογικές ή χαοτικές, αλληλεπιδράσεις, που διαμορφώνουν φαινόμενα και οικοδομούν (συχνά ανεξήγητες ή εξωφρενικές σε πρώτο επίπεδο ερμηνείας) καταστάσεις, οι οποίες προσδιορίζουν την εικόνα του κόσμου! "Το πέταγμα μιας πεταλούδας στη Νέα Υόρκη προκαλεί τυφώνες στο Τόκιο" ή η κατάρρευση της Lehman Brothers στις ΗΠΑ πυροδοτεί μια σειρά οικονομικών εξελίξεων-ντόμινο που πλήττει την παγκόσμια οικονομία, ή οι χρηματοδοτήσεις της ΕΟΚ τη δεκαετία του'80 δημιουργούν σχέσεις οικονομικής υποδούλωσης και σκληρής εξάρτησης της Ελλάδας με παράλληλη άνθιση του φαινομένου των εγχώριων πολιτικών & μεγαλοεργολαβικών "αχόρταγων σαγονιών". 

 Επίσης, οφείλω να εξομολογηθώ ότι για μένα, καλώς ή κακώς, τα σύνορα των εθνών-κρατών "οριοθετούν τα χωράφια που περιφράσσονται με συρματοπλέγματα". Και τα χωράφια δεν είναι ποτέ "αδέσποτα" ή αυτοδιαχειριζόμενα από τους αγρότες τους (σύμφωνα με το συμβολισμό εδώ, εννοούνται, δηλαδή, οι λαοί), έτσι; Ανήκουν πάντοτε σε κάποιους ιδιοκτήτες ή, στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης νεοφιλελεύθερης πολυεθνικής λαίλαπας, υπόκεινται στον έλεγχο "μεγαλοϊδιοκτητών". Κι αν επιστρέψουμε (που ολοταχώς για εκεί βαδίζει το πράγμα) σ'ένα νέο (τεχνοκρατικό και τεχνολογικά αναπτυγμένο) Μεσαίωνα, θα θυμηθούμε ότι οι φεουδάρχες απολάμβαναν το προϊόν του μόχθου των δουλοπάροικων, έχοντας παράλληλο δικαίωμα ζωής και θανάτου επάνω τους. Όποτε οι δεύτεροι αποφάσιζαν να παραμερίσουν τις όποιες διαφορές μεταξύ τους (στο μοίρασμα των ξεροκόμματων που τους πετούσαν οι πρώτοι) και να οργανωθούν ενωμένοι, διεκδικώντας το αυτονόητο (να καρπώνονται τα αγαθά που οι ίδιοι παράγουν, σε μια γη που δεν ανήκει σε κανένα αλλά μπορεί να θρέψει τους πάντες), τότε το έδαφος έτριζε μεγαλοπρεπώς κάτω από τα πόδια των μεγαλοεκμεταλλευτών. Που κατέφευγαν σε διάφορες μεθόδους (δωροδοκία στοχευμένη, αν η βία δεν έπιανε, αποπροσανατολιστικά "ψίχουλα" ως συμβιβασμός, αλλοίωση και διάλυση των αρχικών στόχων, κατακερματισμός) για ν'αναχαιτίσουν "το ορμητικό ρεύμα του ποταμού".



 Πέρα απ'αυτέςτις νύξεις, με "κλείσιμο του ματιού" στους προλετάριους όλου του κόσμου, οφείλω, επίσης, να διευκρινίσω κάτι άλλο:

 Όταν λέω ότι τα σύνορα λειτουργούν ως περιφράξεις χωραφιών, αυτό δεν σημαίνει βέβαια ισοπέδωση και ομοιόμορφη αντιμετώπιση των πάντων! Λαών, παραδόσεων τοπικών, ηθών και εθίμων, πολιτιστικών κληρονομιών και λογής άλλων ιδιαιτεροτήτων...

 Αυτό αποτελεί φασιστική συνταγή!
Σημαίνει, παράλληλα, σεβασμό στη διαφορετικότητα κάθε ανθρώπου και λαού, στο δικαίωμα αυτοδιάθεσής του, αλλά κι επιβίωσής του, όταν οι συνθήκες στον τόπο διαμονής του δεν του διασφαλίζουν τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια στη ζωή. Και πολύ περισσότερο την επιβίωσή του!

 Γιατί κάποιοι "μεγαλοπρούχοντες", που δεν δίνουν δεκάρα για τους λαούς και τα κράτη είναι απλώς "οι παιδικές τους χαρές", φροντίζουν να θησαυρίζουν ξεζουμίζοντας τους τόπους που ζούνε διάφοροι λαοί. Και να τους κάνουν "δώρο" τεράστια δεινά κι ακόμη μεγαλύτερη εκμετάλλευση και εξαθλίωση. Και μετά να πείθουν, με διάτρητα ιδεολογήματα ή παραληρήματα διασποράς φόβου, "τους ενοίκους των πολιτισμένων παιδικών χαρών" να θεωρούν εχθρικούς παρίες όλους αυτούς που υποχρεώνονται να φεύγουν απ'τους τόπους τους και να μετακινούνται σε άλλους για να καταφέρουν να ζήσουν στοιχειωδώς σαν άνθρωποι...

 Και ναι! Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέλφια!! Οντότητες δομημένες από χώμα και νερό, ενώσεις άνθρακα, αλλά και προικισμένοι με Διάνοια και εξελισσόμενες δυνατότητες, πολλά υποσχόμενες! Που σε πάρα πολλούς απ'αυτούς (στο ιστορικό παρελθόν και εξελισσόμενο παρόν) δεν τους δόθηκαν ποτέ οι υλικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και πνευματικές ευκαιρίες (βάσει εξουσιαστικών σχεδίων, με συχνότατη θρησκευτική συνδρομή και νομιμοποίηση) να καλλιεργήσουν και ν'αναπτύξουν τις δυνατότητές τους.
 Και όσοι απ'αυτούς (όπως οι ινδιάνικες φυλές) αντιλαμβάνονταν τη Φύση και τον άνθρωπο με τελείως διαφορετική (θαυμαστή) σύλληψη σε σχέση με την καθεστηκυία; (Δηλ.τον ευρωπαϊκό- ιουδαιοχριστιανικό τρόπο σκέψης και ιμπεριαληστρικής πολιτικής χάραξης την εποχή του αποικισμού της Β.και Ν. Αμερικής). Μα, πολύ απλά, παραμερίστηκαν βίαια ή εξοντώθηκαν μαζικά με τον πιο βάρβαρο, τον πιο χυδαίο τρόπο!

 Κάτι που συνέβη και με τις φυλές της Αφρικής, που τους στοίβαζαν οι δουλέμποροι στα σαπιοκάραβά τους και τους μετέφεραν ως αναλώσιμο εργατικό δυναμικό στο "Νέο Κόσμο" (και μετέπειτα "γη της ελευθερίας" και των ευκαιριών). Για το χτίσιμο του νέου λαμπρού Δυτικού πολιτισμού, που μας προσφέρει απλόχερα σήμερα τα αποικιοκρατικού τύπου χρηματοπιστωτικά του ιδρύματα και οργανισμούς και μας μπολιάζει με τα πολιτιστικά του "φώτα" (ή, καλύτερα, δηλητήριά του).

     ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΕΠΟΣ!

 Θυμάμαι, όταν ήμουν κάποτε κι εγώ ένα πιτσιρίκι που την έβρισκε με κινηματογραφικές προπαγανδιστικές αμερικάνικες παραγωγές (απ'τις οποίες έβριθε η τηλεόραση πάντα), σαν αυτές που εγκωμιάζουν "το έπος των λευκών πιονέρων της Άγριας Δύσης", θαύμαζα απ'τη μια κάτι ατρόμητες περσόνες σαν τον Τζον Γουέην, που καθάριζαν τους αιμοδιψείς Ινδιάνους κι εξασφάλιζαν το "θεάρεστο τρόπο ζωής" στους αποίκους. Απ'την άλλη όμως, ελκυόμουν κι απ' τους Ινδιάνους, γιατί μου άρεσε η εικόνα τους πάνω στα καθαρόαιμα άλογά τους να καλπάζουν ελεύθεροι στα άγριας ομορφιάς τοπία! Σ'αυτά που εισέβαλαν και καταπατούσαν κατά κύματα (σαν αχόρταγες ακρίδες) οι θεοσεβούμενοι άποικοι, που θεωρούσαν τους αυτόχθονες ως βαρβάρους, τους οποίους όφειλαν να εξολοθρεύσουν σαν...καλοί χριστιανοί.
 Μέχρι που μια μέρα είδα, τυχαία, μια ταινία γουέστερν με τίτλο "Στρατιώτης Μπλου". Διαφορετική απ'ό,τι είχα ως τότε δει! Ενοχλητική για τις συνειδήσεις των θαυμαστών του Τζον Γουέην! Ωμή και ρεαλιστική, σε σημείο που σε εξόργιζε και σου προκαλούσε πόνους στο στομάχι! Γιατί;
 Μα, πολύ απλά, παρουσίαζε, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού ή υπερβολής, τη στυγνότατη γενοκτονία που συντελέστηκε σε βάρος των αυτόχθονων κατοίκων της Αμερικής! Αυτών των "βαρβάρων" που δεν κατανοούσαν την εχθρική προς τη Φύση και δουλοπρεπή στάση που απαιτεί ο ιουδαιοχριστιανικός θεός από το ποίμνιό του (ή κοπάδια του), που δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τη γη τους και τον τρόπο ζωής τους και τις παραδόσεις τους και να στοιβαχτούν σε στρατόπεδα-καταυλισμούς σε άγονα κι αφιλόξενα μέρη από τους "εκπολιτιστές τους". Που προτιμούσαν να πεθάνουν όρθιοι κι όχι γονατιστοί, αν και η υπεροπλία των αντιπάλων ήταν συντριπτική.

Αυτή η εμπειρία και το μήνυμα που αποκόμισα από την παραπάνω ταινία (ψάξτε να την βρείτε!) ήταν αποκαλυπτική για μένα (ήμουν στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου). Κι αποφάσισα να ψάξω περισσότερο το θέμα και γενικότερα τις αλήθειες πίσω από δημοφιλή ψέματα (καλή ώρα σαν τη νεοελληνική ατάκα: "χρωστάμε και πρέπει να πληρώσουμε!" ή "το μέλλον μας είναι με την ισχυρή κι ενωμένη(ποια ενωμένη;)Ευρώπη του ευρώ"). Κι αποφάσισα να αποφεύγω τα σκουπίδια που κάποιοι επιτήδειοι "διαμορφωτές της πραγματικότητάς μας" θέλουν να μας παρουσιάζουν σαν μπριλάντια. 
  Η επαφή μου με τον πολιτισμό των Ινδιάνων της Βόρειας, αλλά και Νότιας Αμερικής (εκεί όπου είχαμε τον εξανδραποδισμό τους και καταλήστευσή τους από τους Ισπανούς, κυρίως, κονκισταδόρες), με γοήτευσε και με ενέπνευσε...

Κι έτσι, κλείνοντας αυτό το άρθρο που πηγή έμπνευσής του ήταν "ο κυριούλης με τους Μάου Μάου και τη χρυσή(κρ)αυγή(ανοησίας)", παραθέτω κι ένα χαρακτηριστικό δείγμα ινδιάνικης ποίησης:

Αυτός ο νέος κόσμος

Όμορφος φαινόταν
αυτός ο νέος κόσμος που πλάστηκε.
Σε ολόκληρο το μήκος και πλάτος
της γης, της γιαγιάς μας
απλωνόταν η πράσινη αντανάκλαση
της φορεσιάς της
και τις οσμές που ανάδινε
ευχάριστα ανασαίναμε

(της φυλής Winnebago)

Εκείνος ο Άνεμος

Εκείνος ο άνεμος, εκείνος ο άνεμος
κουνάει τη σκηνή μου, κουνάει τη σκηνή μου
και τραγουδάει για μένα
και τραγουδάει για μένα

(της φυλής Kiowa)

ανιχνευτής






  • Ζήσε τη δική σου ζωή


-Γιατί παρατάς τις ανοιχτές λεωφόρους γι αυτό το στενό και κακοφτιαγμένο δρομάκι; Ξέρεις στ αλήθεια, κοριτσάκι, πού πηγαίνεις; Μπορείς κάλλιστα να βρεθείς σε μια απρόσμενη άβυσσο. Κανείς, ούτε καν οι εγκληματίες, δεν τολμούν να κατεβούν σ’ αυτή. Μείνε στον φαρδύ, άνετο δρόμο που παίρνει όλος ο κόσμος, γιατί όχι; Μείνε στο γνωστό και χιλιοπερπατημένο μονοπάτι με τις πινακίδες του και τα σήματά του. Είναι τόσο βολικό κι ευχάριστο να πηγαίνεις πάνω κάτω σ αυτό!

-Είναι που έχω βαρεθεί την αποπνιχτική σκόνη, την χιλιοπατημένη διαδρομή που ακολουθούν οι άλλοι. Σιχάθηκα τους δυσκίνητους οδηγούς του και τους βιαστικούς διαβάτες. Την μονοτονία των περαστικών, τις κόρνες των αυτοκινήτων κι αυτά τα δένδρα που παρατάσσονται δεξιά κι αριστερά σαν στρατιώτες. Θέλω να αναπνεύσω ελεύθερα, όπως μου αρέσει, να ζήσω τη δική μου ζωή.

-Δε θα τα καταφέρεις ποτέ να ζήσεις έτσι, καημένο κορίτσι. Είναι μια χίμαιρα. Τα χρόνια που φεύγουν θα σε γιατρέψουν αργά ή γρήγορα απ’ την επιθυμία αυτή. Πάντοτε ζούμε σ’ ένα βαθμό τουλάχιστον, για τους άλλους, κι αυτοί, ως αντάλλαγμα ζούνε σ’ ενα βαθμό για μάς. Αυτός που σπέρνει το σιτάρι δεν είναι ο ίδιος μ εκείνον που φτιάχνει το ψωμί. Κι ο ανθρακωρύχος δεν είναι ο ίδιος που οδηγεί το τραίνο. Η ζωή στην κοινωνία είναι ένα σύμπλεγμα από περίπλοκους ανθρώπινους μηχανισμούς, η λειτουργία των οποίων απαιτεί τεράστια επαγρύπνηση και χρειάζεται μεγάλη δέσμευση και ατέλειωτη προσοχή. Σκέψου μόνο το χάος που θα επικρατούσε αν ο καθένας ζούσε όπως ήθελε! Θα ήταν μια κόλαση αν ο καθένας κατέβαινε σ’ έναν δρόμο που δεν περνούσαν οι διαβάτες, που μόνο κακοί σπόροι φύτρωναν στραβά, και που κανείς δε θα ‘ξερε που οδηγεί.

-Α, γέρο! Είναι αυτή η πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής που με τρομάζει. Ασφυκτιώ στην υποχρέωση να εξαρτώμαι από τον διπλανό μου, μια υποχρέωση που κάθε μέρα που περνά με βαραίνει, πάνω στη θέλησή μου να ζήσω όπως επιθυμώ. Και με μισή καρδιά αντικρίζω την προοπτική να ζήσω όπως οι άλλοι, να ζήσω για τους άλλους. Θέλω να μπορώ να γεμίζω άπληστα το στόμα μου χωρίς να θεωρούμαι κάποιο κακομαθημένο παλιόπαιδο. Να μπορώ να βουτάω και να ξαπλώνω στο γρασίδι χωρίς το φόβο κάποιου φύλακα ή της αστυνομίας. Αγαπώ τις ρίζες, τα δένδρα, τα πλάσματα του δάσους, τα μούρα και τους θάμνους σ’ αυτό το μονοπάτι χωρίς έξοδο. Τι να το κάνω το παντεσπάνι και τα παλάτια, στη συντροφιά των οποίων νιώθω μονάχα αηδία; Γιατί να νοιαστώ πού πηγαίνω; Ζω για το σήμερα, αδιαφορώ για το αύριο.

-Ω, μικρό κορίτσι! Κι άλλοι πριν από σένα μίλησαν με τα ίδια λόγια, και όπως εσύ, ξεκίνησαν για το άγνωστο. Δεν γύρισαν ποτέ από αυτό το ταξίδι. Πολύ καιρό αργότερα, στα ίδια μονοπάτια, που έχουν τώρα σιγά-σιγά σβηστεί, και στα ίδια ξέφωτα, τώρα χορταριασμένα, μικρά βουνά από κόκκαλα έχουν βρεθεί, εδώ κι εκεί. Αυτό έμεινε από κείνους. Χωρίς αμφιβολία, έζησαν τις ζωές τους, αλλά με τί κόστος; Και για πόσο καιρό; Ρίξε μια ματιά σ’ αυτούς τους πανύψηλους πύργους, τους πυκνούς καπνούς που βγαίνουν από μέσα τους. Είναι οι καμινάδες των σπουδαίων εργοστασίων που έστησε η ανθρωπότητα. Μέσα τους, εκατομμύρια ανθρώπων εργάζονται, σ’ αυτά τα φρεσκοπλυμμένα, ευάερα και εξαεριζόμενα δωμάτιά τους, με τις θαυματουργές μηχανές που προσφέρουν σ’ εμάς τους ανθρώπους τις πιο υψηλές τιμές. Κι όταν η νύχτα πέσει, αυτοί οι απλοί άνθρωποι, γεμάτοι ικανοποίηση από την σκληρή δουλειά της μέρας, κι ευγνωμοσύνη για το τίμιο ψωμί που κέρδισαν με τον ιδρώτα των μετώπων τους, γυρίζουν τραγουδώντας στα ταπεινά σπιτάκια τους, όπου τους περιμένουν οι αγαπημένοι τους. Ρίξε μια ματιά σ εκείνο το ορθογώνιο κτίριο, με τις μακρόστενες αίθουσες και τα φαρδιά παράθυρα: Αυτό είναι το σχολείο, όπου ανιδιοτελείς καθηγητές προετοιμάζουν μικρά παιδιά σαν εσένα να ξεπεράσουν τις δυσκολίες τις ζωής. Μικρά πλασματάκια που προοδεύουν μόνο μέσα στο σχολείο. Δεν ακούς τις χαριτωμένες φωνούλες τους που επαναλαμβάνουν το μάθημα της προηγούμενης μέρας που έχουν αποστηθίσει;
Ο ήχος αυτών των κουδουνιών-σαν του πραγματικού στρατού-κι αυτοί οι μετρημένοι βηματισμοί, που σύντομα θα επαναλαμβάνονται στις στροφές του δρόμου λίγο πιο πέρα, σε περιμένει, να φέρεις στον κόσμο μια μικρή στρατιά από αγόρια και κορίτσια που περπατούν με τη σημαία περήφανη μπροστά τους, παιδιά που θα μείνουν εκεί μέχρι να μάθουν επαρκώς πως να πεθαίνουν για την πατρίδα, το έθνος τους, και όποια νέα απειλή τους βάλουν στο μυαλουδάκι τους. Δεν καταλαβαίνεις μήπως πως έτσι προχωρά η ανθρωπότητα προς την Πρόοδο, όταν ο καθένας τους εργάζεται στη δική του εξειδικευμένη θέση, σύμφωνα με τις ικανότητές του; Υπάρχουν, αναμφισβήτητα, δικαστήρια και φυλακές, αλλά αυτά προορίζονται για τους δύστροπους, για τους ελάχιστους απείθαρχους που τα κάθιστούν αναγκαία. Ανεξάρτητα από τις συνέπειές της, η εφαρμογή μιας τέτοιας κατάστασης πραγμάτων πήρε αιώνες ολόκληρους. Είναι ο πολιτισμός μας αυτός, ατελής ίσως αλλά τελειοποιήσιμος, από την επιρροή του οποίου δε θα μπορέσεις να διαφύγεις, εκτός αν βουτήξεις σε τόσο ανεξερεύνητα βάθη.

-Μέσα στα αμέτρητα εργοστάσια και τα εργαστήρια που λες, δεν βλέπω παρά στρατιές από σκλάβους, να εκτελούν μονότονα, σαν να ήταν κάποιο θρησκευτικό καθήκον τους, τις ίδιες κινήσεις μπροστά από τις ίδιες μηχανές, σκλάβοι που έχουν χάσει κάθε πρωτοβουλία και που η δική τους ενέργεια χάνεται όλο και περισσότερο, μέρα με την ημέρα, καθώς μέρα με τη μέρα μου φαίνεται όλο και λιγότερο πιστευτό ότι αυτά τα καθήκοντα είναι απαραίτητες συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Από πάνω μέχρι κάτω, από τις διευθυντικές ιεραρχίες ακόμα το μόνο που ακούγεται είναι ένα επιφώνημα πνιγμού, της ατομικής πρωτοβουλίας. Και βέβαια, σαν πέσει η νύχτα μπορώ να ακούσω τους εργάτες να τραγουδούν, αλλά με πικρά λόγια, και μόνο αφού σταματήσουν σε μια από τις αμέτρητες ταβέρνες που υπάρχουν γύρω απ’ τα εργοστάσια. Οι φωνές που βγαίνουν από τα σχολεία είναι η ταλαίπωρη βοή θλιμμένων, κουρασμένων παιδιών που μετά βίας συγκρατούν την επιθυμία τους να τρέξουν, να πηδήξουν φράχτες και τοίχους, να σκαρφαλώσουν στα δένδρα. Κάτω από τις στολές των στρατιωτών σας βλέπω μόνο κάποια όντα που έχουν εκμηδενίσει κάθε αίσθησης προσωπικής αξιοπρέπειας μέσα τους, ώστε να πειθαρχήσουν στην επιθυμία, να εξοντώσουν την ενέργεια, να περιορίσουν την επιθυμία: αυτές είναι οι προσταγές της κοινωνίας σας, αυτές είναι οι αρρώστιες από τις οποίες υποφέρουν οι άνθρωποι προκειμένου να επιβιώσει η κοινωνία αυτή. Και είναι ο φόβος σας, για όσους δε δέχονται να προσαρμοστούν, τόσο μεγάλος που τους καταδικάζεται στην θλιβερή σκιά των φυλακών.
Ανάμεσα στον “πολιτισμένο άνθρωπο” του εικοστού αιώνα, του οποίου η μέγιστη έγνοια είναι να αποφύγει την αναγκαία προσπάθεια για να διεκδικήσει την ύπαρξή του, και του ανθρώπου “των σπηλαίων”, ποιός κερδίζει; Ο τελευταίος αυτός, δεν είχε φόβο για τον κίνδυνο. Δεν γνώριζε το εργοστάσιο ή τα στρατόπεδα, τις ταβέρνες ή τα μπορδέλα, τις φυλακές ή τα σχολεία. Έχετε διατηρήσει, ίσως τροποποιώντας τις λίγο, επιφανειακά, τις προκαταλήψεις και τις προλήψεις των ανθρώπων αυτών που αποκαλείτε “άγριους”. Υστερείτε όμως στην ενέργεια, την αξία και την ειλικρίνειά τους.

-Κοίταξε, θα συμφωνήσω μαζί σου ότι συνολικά στην κοινωνία μας υπάρχουν μερικά σκούρα σημεία. Όμως υπήρξαν φιλότιμοι άνθρωποι που προσπάθησαν και προσπαθούν ακόμα, για ακόμα μεγαλύτερη ισότητα και δικαιοσύνη στην λειτουργία της. Επιρρεάζουν άλλους αγωνιστές, και ίσως μια μέρα θα είναι η αδιαμφισβήτητη πλειοψηφεία. Δεν χρειάζεται να μπερδεύεσαι σε διαδρομές εκτός τόπου και χρόνου. Απεναντίας, κράτα τις αξίες σου, μπες στην μέθοδο. Πίστεψέ με είμαι ένας έμπειρος γέρος. Η επιτυχία δεν πηγαίνει παρά σ αυτούς που την επιδιώκουν συστηματικά. Η επιστήμη μας διδάσκει ότι είναι απαραίτητο να ρυθμίζεται η ζωή. Υγειινολόγοι, βιολόγοι και γιατροί θα σου παρέχουν στ όνομά της τις θεραπείες που χρειάζεσαι για να την επιτείνεις, καθώς και την ευτυχία σου. Να μην έχουν εξουσία, πειθαρχία, κι έναν σκοπό είναι ότι χειρότερο.

-Δεν έχω ανάγκη, ούτε και θέλω την πειθαρχία σου. Με όλο το σεβασμό στην εμπειρία μου, θέλω να την κρατήσω για τον εαυτό μου. Από αυτήν, κι όχι από σένα προέρχονται όλοι οι κανόνες της ζωής μου. Θέλω να ζησω τη δική μου ζωή. Οι σκλάβοι και οι υποτακτικοί με τρομοκρατούν. Μισώ αυτούς που εξουσιάζουν, όσο σιχαίνομαι κι αυτούς που αφήνουν να τους εξουσιάζουν. Αυτός που σκύβει μπροστά στο μαστίγιο, δεν αξίζει παραπάνω από αυτόν που το κρατάει. Αγαπώ τον κίνδυνο, το άγνωστο, η αβεβαιότητα με γοητεύει. Είμαι κυριευμένη από μια αγάπη για την περιπέτεια, δεν δίνω δεκάρα για την επιτυχία. Μισώ την κοινωνία σας, των γραφειοκρατών και των υπαλλήλων, των εκατομμυριούχων και των ζητιάνων. Δε θέλω να προσαρμοστώ στα υποκριτικά σας έθιμα ή στις ψευτο-ευγενικούς σας τρόπους. Θέλω να βιώσω τον ενθουσιασμό μου στο πιο αμόλυντο, δροσερό αεράκι της ελευθερίας. Οι δρόμοι σας, τραβηγμένοι σύμφωνα με το σχέδιο, βασανίζουν την όρασή μου, και τα πανομοιότυπα κτίριά σας κάνουν το αίμα στις φλέβες μου να βράζει από ανυπομονησία. Κι αυτό μόνο είναι αρκετό για μένα.
Θα ακολουθήσω το δικό μου μονοπάτι, σύμφωνα με τα δικά μου πάθη, αλλάζοντας αδιάκοπα τον εαυτό μου, δε θέλω αύριο να είμαι όπως τώρα. Ξεφεύγω και δεν αφήνω τα φτερά μου έρμαιο στα ψαλίδια κανενός. Είμαι ο έρωτας. Προχωρώ, αιώνια παθιασμένη, αναφλέγομαι απ’ τη θέληση να δωθώ στον κόσμο, στον πρώτο αληθινό άνθρωπο που θα με πλησιάσει, στον κουρελιασμένο ταξιδιώτη, αλλά ποτέ στον σοβαρό και φρόνιμο άνδρα που θα κανονίσει το εύρος της πορείας μου. Ούτε στον επιστήμονα που θέλει να αλυσσοδέσει το μυαλό μου με τύπους και κανόνες. Δεν είμαι διανοούμενη, είμαι ένα ανθρώπινο ον, μια γυναίκα που πάλλεται ολόκληρη μπρος στις ορμές της φύσης και στα λόγια του έρωτα. Μισώ κάθε δεσμό, κάθε περιορισμό, μ αρέσει να περπατώ μόνη μου, γυμνή, αφήνοντας τις ακτίνες του φλεγόμενου ήλιου να χαιδεύουν τη σάρκα μου. Και, ω γέροντα, θα στεναχωρηθώ τόσο λίγο όταν η κοινωνία σας σπάσει σε χίλια κομμάτια, και μπορέσω πια να ζήσω πλήρως τη δική μου ζωή.

-Ποιά είσαι, κορίτσι, πώς σε λένε, και προβάλεις σαν μυστηριώδες και άγριο ένστικτο;

-Με λένε Αναρχία.

( Αναρχικός Ατομικισμός – Emile Armand )

 [Η αγγλική μετάφραση έγινε από το βιβλίο: Emile Armand - Realism and Idealism Mixed. Πρώτη δημοσίευση: International Library, Paris, 1926]

[Μετάφραση στα αγγλικά: JML - Live Free Or Die Trying!]

[Μετάφραση στα ελληνικά: Δ., Αύγουστος 2007]


  • Ο Νίτσε και η ευτυχία
Ο Νίτσε, στο έργο του Η Χαρούμενη Γνώση (1886) εκτός από τις αναλύσεις του για τη γνώση, την τέχνη, την ηθική και την αλήθεια, αναφέρεται, επίσης, στην έννοια της ευτυχίας ακολουθώντας τη Στωική παράδοση, που θέλει την ευχαρίστηση και την απαρέσκεια άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους με έναν τρόπο που για να γευτεί κανείς την ευχαρίστηση θα πρέπει να είναι προετοιμασμένος να υπομείνει αντίστοιχες ποσότητες δυσαρέσκειας. Πιστεύει ο Νίτσε ότι η ευτυχία είναι εν πολλοίς μια ανθρώπινη κατασκευή, καθώς εξαρτάται από την κρίση των ανθρώπων για τα κίνητρα των πράξεων και των σκέψεων, κρίση που πολύ απέχει από τα πραγματικά κίνητρα.

 Υπογραμμίζει, επίσης, τη σημασία της υστεροφημίας και της γνώμης των άλλων στη διαμόρφωση της ευτυχίας μας. Θεωρεί ότι ανεξάρτητα με ό,τι γνωρίζουμε εμείς στο πεδίο των πράξεων ή των σκέψεών μας, όταν κάποια στιγμή αποκαλύπτεται ότι οι άλλοι έχουν διαμορφώσει μια διαφορετική άποψη για εμάς η ευτυχία μας κινδυνεύει με κατάρρευση. Σε αντίθεση με τη θλίψη και την κακοκεφιά που έχουν τη δύναμη να επηρεάσουν μια ολόκληρη κοινωνική οργάνωση, κρίνει πως η ευτυχία «δεν είναι καθόλου μεταδοτική αρρώστια». Εντούτοις, δεν παραλείπει να τονίσει τη σημασία του μοιράσματος της χαράς με τους άλλους, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς να γίνει «μεγάλος». Η ποιητική περιγραφή του ευτυχισμένου ανθρώπου που έχει να μας προσφέρει ο μεγάλος φιλόσοφος Νίτσε είναι η εξής:

 “Ο κίνδυνος του πιο ευτυχισμένου, να ‘χεις εκλεπτυσμένες αισθήσεις και λεπτό γούστο, να ‘σαι συνηθισμένος σ’ ό,τι πιο εκλεκτό και εξαίσιο έχει το πνεύμα, σα να ‘ταν αυτό απλώς η πιο σωστή και κατάλληλη τροφή, να χαίρεσαι μια δυνατή, θαρραλέα, παράτολμη ψυχή να περνάς μέσα από τη ζωή με ήρεμα μάτια και σταθερό βήμα, έτοιμος πάντα για τις πιο ακραίες καταστάσεις όπως σε μια γιορτή και γεμάτος από τον πόθο για κόσμους και θάλασσες, ανθρώπους και θεούς που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα, να ακούς κάθε ευδιάθετη μουσική σαν να ‘ταν σημάδι ότι παράτολμοι άνθρωποι, στρατιώτες, ποντοπόροι χαρίζουν στον εαυτό τους εκεί μια βραχύχρονη ανάπαυση και ευχαρίστηση και ξαφνικά, μέσα στη βαθύτατη απόλαυση της στιγμής, νικιούνται από τα κλάματα κι απ’ όλη τη βυσσινιά μελαγχολία του ευτυχισμένου”

ΠΗΓΗ: terra papers


  • Ο καλύτερος δάσκαλος που είχα ποτέ…

 από τον  David Owen
(Source: Reader's Digest -

Asian Edition - , April 1991, pp. 47-48)



«Μόρφωση δεν είναι το να μπορείς να κρατήσεις στη μνήμη σου πολλά πράγματα ή να γνωρίζεις πολλά. Μόρφωση είναι το να είσαι σε θέση να ξεχωρίζεις εκείνο που γνωρίζεις από εκείνο που δεν γνωρίζεις.»

Ανατόλ Φρανς


Ο κ. Whitson δίδασκε φυσική στην έκτη τάξη του δημοτικού.Την πρώτη ημέρα που είχαμε μάθημα μαζί του, μας έκανε μια ομιλία για ένα πλάσμα που ονομάζεται «γατολέων», ένα νυχτόβιο ζώο που εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια της εποχής των παγετώνων.


 Καθώς μιλούσε, μας έδωσε να κοιτάμε ένα κρανίο. Εμείς κρατήσαμε σημειώσεις των πραγμάτων που μας έλεγε, γιατί αργότερα θα μας έβαζε τεστ.

 Όταν πήρα πίσω την κόλλα μου, σοκαρίστηκα! Υπήρχε ένα μεγάλο κόκκινο Χ πάνω σε κάθε μία από τις απαντήσεις μου. Είχα αποτύχει! Έπρεπε να υπάρχει κάποιο λάθος! Είχα γράψει ακριβώς ό,τι είχε πει ο κ. Whitson!

 Τότε συνειδητοποίησα ότι όλοι στην τάξη είχαν αποτύχει. Τι είχε συμβεί;
Πολύ απλά. O κ. Whitson μας εξήγησε ότι όσα μας είπε σχετικά με τον «γατολέοντα», τα είχε βγάλει από το μυαλό του. Ποτέ δεν υπήρχε αυτό το ζώο. Οι πληροφορίες στις σημειώσεις μας ήταν, επομένως, λανθασμένες. Πώς περιμέναμε να μας βάλει καλό βαθμό για λανθασμένες απαντήσεις;
 Περιττό να πω ότι ήμασταν εξοργισμένοι. Τι είδους τεστ ήταν αυτό; Και τι είδους δάσκαλος;
Έπρεπε να το είχαμε καταλάβει, μας είπε ο κ. Whitson. Εξάλλου, την ίδια στιγμή που μας έδινε να δούμε το κρανίο του γατολέοντα (στην πραγματικότητα ήταν μιας γάτας) μας έλεγε ότι δεν είχε σωθεί κανένα ίχνος του ζώου! Είχε περιγράψει την καταπληκτική νυχτερινή όραση του, το χρώμα της γούνας του και διάφορα άλλα χαρακτηριστικά, που κανονικά δεν έπρεπε να γνωρίζει! Είχε δώσει στο ζώο ένα γελοίο όνομα, και εμείς ακόμη και τότε δεν υποπτευθήκαμε τίποτα! Τα μηδενικά στις κόλλες μας θα καταγράφονταν στο επίσημο βαθμολόγιο μας, είπε. Και έτσι έγινε.
 Ο κ. Whitson μας είπε ότι ήλπιζε πως θα μαθαίναμε κάτι από όλη αυτή την εμπειρία: Ότι οι εκπαιδευτικοί και τα σχολικά βιβλία δεν είναι αλάνθαστα. Στην πραγματικότητα, κανείς δεν είναι. Μας είπε να μην αφήσουμε το μυαλό μας να κοιμηθεί, και να το λέμε όταν πιστεύαμε ότι ο ίδιος ή το βιβλίο ήταν λάθος.
 Κάθε μάθημα ήταν μια περιπέτεια με τον κ. Whitson. Ακόμη θυμάμαι κάποιες μέρες αυτούσιες, σχεδόν κάθε στιγμή τους. Μια μέρα μας είπε ότι η Volkswagen του ήταν ένας ζωντανός οργανισμός. Μας πήρε δύο ολόκληρες μέρες για να μπορέσουμε να διατυπώσουμε μια άρνηση που δέχτηκε ως αδιαμφισβήτητη. Δεν μας άφησε να ησυχάσουμε μέχρι που αποδείξαμε όχι μόνο ότι γνωρίζαμε καλά τι είναι ένας οργανισμός, αλλά και ότι είχαμε το σθένος να πολεμήσουμε για την Αλήθεια.
Κουβαλήσαμε τον καίνουργιο αυτό σκεπτικισμό σε όλες τις επόμενες τάξεις μας. Αυτό προκάλεσε προβλήματα στους άλλους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι δεν είχαν συνηθίσει να τους αμφισβητούν. Σε κάποιες περιπτώσεις ο καθηγητής ιστορίας έλεγε κάτι, και κάποιος έβηχε υποτιμητικά μουρμουρίζοντας «…γατολέων».
 Αν μου ζητηθεί ποτέ να προτείνω μία λύση για τα προβλήματα στα σχολεία μας, θα είναι ο κ. Whitson. Δεν κάναμε καμιά μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη, αλλά τα παιχνίδια του κ. Whitson δίδαξαν σε μένα και τους συμμαθητές μου κάτι εξίσου σημαντικό: το θάρρος να κοιτούμε τους ανθρώπους στα μάτια και να τους λέμε ότι κάνουν λάθος. Μας δίδαξαν επίσης ότι μπορούμε να το κάνουμε με διασκεδαστικό τρόπο. Δεν το εκτιμούν φυσικά όλοι. Κάποτε μίλησα σε έναν δάσκαλο για τον κ. Whitson και έμεινε άφωνος. «Δεν έπρεπε να σας εξαπατήσει έτσι», είπε.
 Κοίταξα τον δάσκαλο στα μάτια και του είπα ότι έκανε λάθος.

 ΠΗΓΗ: antidogma.gr
..........................
  • "Ο άνθρωπος που φύτευε δέντρα"

οι άνθρωποι με όραμα και πάθος μπορούν ν'αλλάξουν τον κόσμο!



Νικητής του Acadamy Award for Best Animated Short Film and Short Film Palme d'Or το 1987, είναι ένα γοητευτικό αριστούργημα κινουμένων σχεδίων για έναν  άνθρωπο ο οποίος αφιερώνει τη ζωή του στο να φυτεύει δέντρα.
Σε σκηνοθεσία του Frederick Back και επιμέλεια απο τον Norbert Pickering, αυτή είναι η πλήρης έκδοση στην αγλλική γλώσσα μεταφρασμένη απο τον Jean Roberts
και αφήγηση απο τον Christopher Plummer (η αρχική έκδοση είναι στην γαλλική γλώσσα με αφήγηση απο τον Philippe Noiret).

Ο Jean Giono, ο συγγραφέας του διηγήματος πάνω στο όποίο βασίστηκε η ταινία, έγραψε την ιστορία μετά απο αίτημα των American editors το 1953 οι οποίοι του ζήτησαν να γράψει λίγες σελίδες για έναν αξέχαστο χαρακτήρα.

Το αίτημα τους ήταν για έναν αληθινό χαρακτήρα, αλλά ο Jean Giono δημιούργησε τον φανταστικό Elezeard Bouffier. Όταν οι εκδότες διαμαρτηρήθηκαν ότι κανένας  με αυτό το όνομα δεν είχε πεθάνει στη Banon, ο συγγραφέας χάρισε το διήγημα στην ανθρωπότητα. Αυτό έγινε λίγο μετά την έκδοση του το 1954 απο την Vogue. Πολλοί θεωρούν ότι ο Elezeard Bouffier ήταν πραγματικό πρόσωπο.

by Jean Geono, 1953
Frédéric Back' s animation, 1987
Société Radio-Canada

Ο υποτιτλισμός στα ελληνικά έγινε απο την ομάδα της:
http://www.european-village.org
και αφιερώνεται σε ανθρώπους ταγμένους στην αναγέννηση της φύσης.

  • Να σας πω μια ιστορία;

" Τα Μαύρα και τα Άσπρα Πουλιά"

Μια τόσο απλή και συνάμα τόσο εκπληκτική διδασκαλία! Που αν ανοίξεις την καρδιά σου στις δονήσεις της σοφίας της και  επιτρέψεις να πλημμυρίσουν το εσωτερικό της, τότε η συνειδητότητα αλλάζει ριζικά και οι συχνότητες ύπαρξης γίνονται πολύ υψηλές (άρα και ασύγκριτα πιο ποιοτικές), οδηγώντας σε σέ απείρως πιο φορτισμένα ενεργειακά πεδία. Επηρεάζοντας άμεσα  και ιδιαιτέρως θετικά και την ψυχοσωματική κατάσταση, κάτι που τώρα ανακαλύπτει η δυτική επιστήμη, αλλά οι αρχαίοι το ήξεραν πάντα...

 Βέβαια, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο σύγχρονος κατακερματισμένος, πληγέντας από πνευματικές και οικονομικές μάστιγες, άνθρωπος μπορεί να γίνει συνειδητός δέκτης (άρα, με το ανάλογο βιωματικό του πρότυπο, και πομπός προς τους άλλους ) τέτοιων πολύ υψηλών θετικών Ενεργειών...Ώστε να μεταμορφωθεί και ο ΚΟΣΜΟΣ ολόκληρος!
 
Και πόσο επιθυμούν οι παρανοϊκοί (αυτό, όποιος έχει στοιχειώδη λογική και ευθυκρισία το αντιλαμβάνεται σχετικά εύκολα!) και ανελέητοι κυβερνώντες κι αφεντάδες (και οι υπηρέτες τους) ετούτου του κόσμου-φανεροί και κρυφοί- μια τέτοιας ποιότητας ανθρωπότητα; Που δεν θα μπορούν να έχουν πια καμιά θέση και ισχύ μέσα σ'αυτή, σε όλες της εκφάνσεις της ζωής και της σκέψης..!

   ανιχνευτής


Πριν χρόνια το 1933, ο άγνωστος για πολλούς, αλλά σημαντικός μυστικιστής σούφι (σουφισμός= το υπέροχο μυστικιστικό Ισλάμ. Οι Σούφι θεωρούνται μάλιστα αιρετικοί από τα σκληρά ισλαμικά καθεστώτα) δάσκαλος Τιέρνο Μποκάρ(1875-1939), που ζούσε στο Μαλί (Δυτική Αφρική), είπε αυτή(όπως περιφράφεται στο βίντεο παραπάνω) την πολύ διδακτική ιστορία στους μαθητές του.


........................
  • Ο ζητιάνος και ο γιάπης

μια μικρή ιστορία από τον ανιχνευτή

" Αν θέλουμε να γίνουμε πραγματικά πλούσιοι, δεν πρέπει να κάνουμε την περιουσία μας μεγαλύτερη αλλά την πλεονεξία μας μικρότερη"  ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ


- Ποιος είσαι; ρώτησε ο ζητιάνος τον τύπο με το ακριβό κοστούμι και το δερμάτινο χαρτοφύλακα στο χέρι, που του έδωσε, κλείνοντάς του με νόημα το μάτι, ένα ολόκληρο δεκάευρο.

- Κάποιος που θέλει να σε βοηθήσει! Γιατί όμως ρωτάς;


 Ο ζητιάνος με το μισοσκισμένο μακρύ παλτό, αν και έκανε πολλή ζέστη, προχώρησε σε μια κίνηση που άφησε εμβρόντητο τον άλλο: του έχωσε το δεκάευρο στην τσέπη του ιταλικού σικάτου σακακιού, ενώ με το άλλο χέρι έτριβε τη μακριά του γενειάδα αφήνοντας ένα μακρόσυρτο αναστεναγμό και κοιτώντας τον ελεήμονα διαβάτη με αληθινή συμπάθεια, αποκρίθηκε:
- Κράτα το καλύτερα να τα δώσεις σε κάποιον άλλο...

- Δηλαδή εσύ δεν τα έχεις ανάγκη; Δεν πεινάς; ρώτησε έκπληκτος ο καλοβαλμένος κύριος.

- Πώς! Πεινάω. Αλλά όλο και κάνα ψιλό που θα μου δώσουν, όλο και κάτι θα βρω, μέχρι που κάποιοι λίγοι που περνούν συχνά από δω μου φέρνουν από μόνοι τους κάνα σάντουιτς.

- Ναι, αλλά...δεν καταδέχεσαι τα χρήματα που σου δίνω εγώ; απόρησε ο φανερά ευκατάστατος στον σχεδόν κουρελή καταληψία του παγκακίου της απόμερης αλλά περιποιημένης πλατείας.

- Κοίτα: τα χρήματα που μου δίνεις είναι πολλά για μένα! Τόσο πολλά που δεν θα ξέρω πώς να τα ξοδέψω. Κι αυτό θα με βάλει σε μπελάδες, οι οποίοι δεν θα κάνουν τη ζωή μου καλύτερη. Κι εγώ, φίλε μου, θέλω ηρεμία. Κι ας γρυλίζει συχνά το στομάχι μου σαν κακομαθημένο σκυλί του καναπέ. Όμως το έχω εκπαιδεύσει. Βλέπεις, έχω πολύ χρόνο στη διάθεσή μου για να σκέφτομαι και μέσα σ'αυτό το χρόνο ικανοποιώ και την πείνα μου όσο χρειάζεται για να το βουλώνει, έστω και για λίγο.

- Εξακολουθώ, όμως, να μην καταλαβαίνω, απάντησε ο άλλος με ακόμα πιο εμφανή απορία.

- Να σε ρωτήσω κάτι εγώ; κι ο ζητιάνος τον κάρφωσε με ένα βλέμμα πιο λαμπερό κι από τον μεσημεριανό ήλιο.

- Ό,τι θες!

- Εσύ είσαι ευχαριστημένος με το χρόνο που έχεις;

- Ξέρεις κάτι ρε φίλε; Μου κάνει εντύπωση πόσο διαφορετικός είσαι από τους άλλους...
 φάνηκε ότι ντρεπόταν να πει τη λέξη, ίσως κι από ένα περίεργο σεβασμό που είχε αρχίσει να νιώθει για το συνομιλητή του, παρά την κατάστασή του και το παρουσιαστικό του.

- Να σε βοηθήσω εγώ! είπε ο ζητιάνος δίνοντας την "σπρωξιά" που χρειαζόταν για να κινηθεί και πάλι η κουβέντα. Ήθελες ναπεις "ζητιάνους", "άστεγους", "ανθρώπους του δρόμου", ή όλα αυτά μαζί ή όπως αλλιώς θα μπορούσαν να μας αποκαλέσουν οι άνθρωποι της πόλης. Δηλαδή έχεις γνωρίσει και άλλους ζητιάνους; συμπλήρωσε χαμογελώντας με κατανόηση.

- Όχι, όχι...Αλλά είσαι διαφορετικός κι από πάρα πολλούς που γνωρίζω στη δουλειά μου.

- Η ζωή είναι τελικά γεμάτη εκπλήξεις! Δεν είναι ωραία; Αλλά ακόμη δεν μου απάντησες στην προηγούμενη ερώτηση που σου έκανα, είπε ο επίμονος "άστεγος, ζητιάνος, άνθρωπος του δρόμου" ή όπως αλλιώς θα τον προσδιόριζαν οι κάτοικοι της μεγαλούπολης που δεν βρίσκονταν (τουλάχιστον ακόμη) στην ίδια θέση...


- Τι να σου πω.., απάντησε σαν να μιλούσε πια σε κάποιον με τον οποίο είχε αναπτύξει οικειότητα από καιρό. Η αλήθεια είναι ότι έχω πολλές δουλειές και ελάχιστο ελεύθερο χρόνο. Δεν παραπονιέμαι όμως. Στις μέρες που ζούμε και βλέποντας άτομα, χωρίς παρεξήγηση, σαν εσένα να αυξάνονται γεωμετρικά στις πόλεις, γιατί ταξιδεύω για δουλειές συχνά σε Ευρώπη και Αμερική, νιώθω σίγουρα τυχερός. Αλλά μερικές φορές...

- Αλλά τι; τεντώθηκε ελεγχόμενα ο ζητιάνος.

- Να! είπε ο πολυταξιδεμένος γιάπης στον εξομολογητή του, πλέον, άνθρωπο του δρόμου. Μερικές φορές νιώθω, αν κι έχω μια καλή οικογένεια που τίποτε δεν στερείται, άσχετα αν δε με βλέπουν όσο θα έπρεπε, ότι, εκτός από τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο που θα'θελα να έχω, κάτι μου λείπει...κάτι σημαντικό γαμώτο...

Ο ζητιάνος κούνησε το κεφάλι του μια φορά, δείχνοντας ότι καταλάβαινε κι άπλωσε το χέρι του, αποκαλύπτοντας τα βρώμικα μακριά του νύχια, για να δείξει στον άλλο πως μπορούσε να καθίσει δίπλα του.
       Όπως κι έγινε.

- Αυτό που σου λείπει είναι μια καλή κουβεντούλα κάτω απ'τον ήλιο, ο οποίος ανήκει τόσο σ'εσένα όσο και σε μένα και δεν μπορεί να τον διεκδικήσει καμιά τράπεζα αμερικανική ή άλλη (στο άκουσμα αυτών των λόγων σχηματίστηκε στο πρόσωπο του κουστουμάτου ένα σφιγμένο χαμόγελο). Τι θα'λεγες να κάναμε κι ένα τσιγαράκι, αν καπνίζεις βέβαια.

- Πώς! Καπνίζω, είπε ο άλλος κι έβγαλε από τη τσέπη του ένα πακέτο αμερικάνικα μάρλμπορο κι ένα ασημένιο ζίπο. Ξέρεις κάτι ρε φίλε; χαμογέλασε στο ζητιάνο καθώς του πρόσφερε τσιγάρο.

- Τι;

- Έχω ταξιδέψει είτε για δουλειές είτε για διακοπές σε πολλά μέρη του κόσμου. Κι έχω συναντήσει, από απόσταση βέβαια, πολλή φτώχια και πείνα. Όμως...σήμερα έχω αυτή την παράξενη αίσθηση ότι τελικά εσύ είσαι ο χορτάτος κι ο πεινασμένος είμαι εγώ..!

- Απλά είσαι κι εσύ άνθρωπος σαν εμένα, απάντησε με σοβαρό ύφος ο ζητιάνος. Αν θες όμως να μην πάει χαμένη αυτή η αίσθησή σου, τότε κάνε κάτι κι εσύ, κι όχι από απόσταση, ώστε όλη αυτή η δυστυχία που βλέπεις παντού να γίνει μικρότερη! Και ξέρεις πως δεν αρκεί μια περιστασιακή ή μεμονωμένη ελεημοσύνη, όσο γενναιόδωρη κι αν είναι. Ξέρεις, θέλει μόνιμο ενδιαφέρον, τρέξιμο και συνέπεια...

- Νομίζω πως θέλω! Ναι, είναι όπως τα λες  φίλε μου, αλλά δεν ξέρω πώς! είπε, κουνώντας το κεφάλι του σαν να είχε κάποιο τικ, πάνω κάτω, ο πολυάσχολος μπίζνεσμαν. Θα μπορούσες όμως να με συμβουλέψεις εσύ, που φαίνεσαι, τελικά, εκτός από έξυπνος, ότι είσαι και καλλιεργημένος άνθρωπος, παρά το ότι...(στο σημείο αυτό φάνηκε σαν να ξεροκατάπιε).

- Χμ! επενέβη πάλι ο ζητιάνος. Για αρχή άφησέ μου αυτό το ωραίο πακέτο με τα τσιγαράκια και κράτα τον αναπτήρα. Έχω σπίρτα!
 Και λέγοντας αυτά, τεντώθηκε, σηκώνοντας μεγαλοπρεπώς τα χέρια του σε ανάταση, κάτω από τον αλανιάρη καλοκαιρινό ήλιο και άφησε ελεύθερα από το στόμα του μερικά δαχτυλίδια καπνού να υψωθούν προς τα πάνω. Σαν να ήθελαν να φτάσουν αυτόν που υπήρχε για όλους στο κέντρο του ουρανού και τους ευεργετούσε (ή τους τσουρούφλιζε, όπως εκείνη τη μέρα), χωρίς διακρίσεις...

  
                                                                       ανιχνευτής
 


  • Μοναχικοί τραγουδιστές

μια αλληγορία από τον ανιχνευτή


Οι "μοναχικοί τραγουδιστές" αποφεύγουν, άλλοτε ευγενικά κι άλλοτε κοφτά, τις "δημοφιλείς πίστες, ομοιόμορφες επαναλήψεις, στείρες ή ανύπαρκτες εμπνεύσεις, mainstream επιταγές και εντολοδόχους μάνατζερ".

Οι μοναχικοί τραγουδιστές αυτοτροφοδοτούνται από τη "μαγεία των ήχων" που δεν ακούγονται από τα απαίδευτα αυτιά των πολλών, αλλά που πάλλουν τις δικές τους αισθήσεις και σηματοδοτούν την πορεία τους.

Οι μοναχικοί τραγουδιστές πλάθουν οι ίδιοι τους "σκοπούς" που σιγοτραγουδούν μέχρι να τους μετατρέψουν σε "μουσικές" που δονούνται άλλοτε  αδιόρατα, σαν παράξενοι ψίθυροι μακρινών ανέμων  κι άλλοτε ηχηρά, ατίθασα και ενοχλητικά για τα γούστα των "βοσκών" και τον ύπνο των "προβάτων".

Οι μοναχικοί τραγουδιστές απεχθάνονται τις περιφράξεις, είτε αστραφτερές είτε εξόφθαλμα πνιγηρές και τις έξωθεν "σανίδες σωτηρίας" και λατρεύουν απ'τη φύση τους τα ανοιχτά πεδία και την εσωτερική αυτάρκεια.


Οι μοναχικοί τραγουδιστές θέλουν να έχουν το μυαλό τους στον ουρανό, αλλά χωρίς γλοιώδεις "επουράνιους περιορισμούς".

Οι μοναχικοί τραγουδιστές απεχθάνονται τις κατοχές από αντικείμενα και θεωρίες, τα δόγματα και τις φλυαρίες και αρέσκονται στις ιδέες, τις "λοξοδρομήσεις" από τις ευθείες γραμμές και στα ρίσκα.

Οι μοναχικοί τραγουδιστές γίνονται γεωργοί, θεριστές, δημιουργοί και προπαντός Πολεμιστές, ακόμα κι αν δε χύσουν στάλα αίματος.

Οι μοναχικοί τραγουδιστές αφήνονται στη μεγαλοσύνη του κοσμικού Χάους, εισπνέουν την αρμονία του, συμμετέχουν στην ευρυθμία του και συμβάλλουν στο ξεθεμελίωμα της "παγωμένης τάξης".


Οι μοναχικοί τραγουδιστές αν και, στις αρχές κυρίως των "τραγουδιών τους", μπορεί να πιαστούν "παράφωνοι", εντούτοις  διδάσκονται απ' την παραφωνία τους, γιατί έχουν μάθει να αφουγκράζονται τον εαυτό τους. Και να τον πειθαρχούν δίχως να τον αλυσοδένουν.

Και έχουν μάθει να συμφιλιώνονται με το θάνατο για ν'αγαπούν πραγματικά τη ζωή! Και να τιμούν την τέχνη της ελευθερίας...

                                    Όχι μόνο τη δική τους ζωή κι ελευθερία
                                    αλλά και όλων των άλλων όντων!


Σκέψου λοιπόν τη χαρά τους όταν βρίσκουν ο ένας τον άλλο!!





  • Ιστορίες της φιλοσοφίας του Ζεν (2ο μέρος)

Ιστορίες της φιλοσοφίας του Ζεν που αν και μικρές, εντούτοις έχουν τεράστια νοηματική περιεκτικότητα για όσους απεχθάνονται τις υλικές και πνευματικές περιφράξεις, καιρισμούς   Η Συζήτηση των Κυμάτων : Ήταν ένα μικρό κύμα, πολύ λυπημένο και που μονολογούσε: «πόσο δυστυχισμένο είμαι… τα άλλα κύματα είναι τόσο μεγάλα και δυνατά και εγώ είμαι τόσο μικρό και ασήμαντο… γιατί να είναι η ζωή τόσο σκληρή;» Ένα μεγάλο κύμα που βρισκόταν εκεί κοντά, το άκουσε και αποφάσισε να του απαντήσει: «Τα λες αυτά διότι δεν έχεις κατανοήσει την πραγματική σου φύση. Νομίζεις ότι είσαι ένα κύμα και νομίζεις ότι είσαι μικρό και ασήμαντο, ενώ στην πραγματικότητα δεν είσαι τίποτα από τα δύο»
Ξαφνιασμένο το μικρό κύμα απαντά: «Πως;! Δεν είμαι κύμα;! Μα, δεν βλέπεις τον κυματισμό μου; Δεν βλέπεις τα απόνερά μου; Αν και μικρό, είναι κύμα! Τι εννοείς λέγοντας ότι δεν είμαι κύμα;»
Ήρεμα το μεγάλο κύμα αποκρίνεται: «Αυτό που καλείς ‘κύμα’ δεν είναι τίποτε άλλο από μια προσωρινή μορφή σου. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι τίποτε άλλο παρά νερό! Όταν κατανοήσεις την βάση της φύσης σου, θα απαλλαχθείς από την μιζέρια σου και θα δεις ότι εγώ είμαι εσύ, εσύ είσαι εγώ, και οι δύο είμαστε κομμάτι του ιδίου Όλου»


Ποιος και Τι είσαι; Ένας Αυτοκράτορας, κάλεσε έναν φημισμένο Δάσκαλο Ζεν στο παλάτι του, για να του θέσει μερικές ερωτήσεις σχετικά με το ΖΕΝ. «Ποιά είναι η ανώτατη αλήθεια;» Ρώτησε ο Αυτοκράτορας. «Η απόλυτη κενότητα… και ούτε ίχνος αγιοσύνης» απάντησε ο Δάσκαλος. «Εάν δεν υπάρχει αγιότητα» απόρησε ο Αυτοκράτορας «τότε εσύ ποιός και τι είσαι;»
«Δεν ξέρω» απάντησε γαλήνια ο Δάσκαλος.


Κυνηγώντας δύο λαγούς : Ένας μαθητής των πολεμικών τεχνών, πλησίασε τον δάσκαλό του λέγοντάς του «θα ήθελα να βελτιώσω τις γνώσεις μου στις πολεμικές τέχνες. Γι αυτό, παράλληλα με την μαθητεία μου μαζί σου, θα ήθελα να μαθητεύσω και με άλλον έναν δάσκαλο, διαφορετικού στυλ. Πως σου φαίνεται αυτή η ιδέα;» Ο δάσκαλος απάντησε «ο κυνηγός που κυνηγά δύο λαγούς, τελικά δεν θα πιάσει κανέναν»


Ο Γιοσού ρώτησε τον Δάσκαλο Νάνσεν:Ποια είναι η Οδός;
Ο Νάνσεν είπε:Η καθημερινή ζωή είναι η Οδός.
Ο Γιοσού ξαναρώτησε: Μπορεί να μελετηθεί;
Ο Νάνσεν είπε:Αν προσπαθήσεις να τη μελετήσεις θα βρεθείς πολύ μακριά της.
Ο Γιοσού ρώτησε:Αν δεν την μελετήσω πώς θα καταλάβω ότι είναι η Οδός;
Ο Νάνσεν είπε:Η Οδός δεν ανήκει στον κόσμο της αντίληψης
ούτε κι ανήκει στον κόσμο της μη αντίληψης.
Η νοητικότητα είναι αυταπάτη και η μη νοητικότητα είναι χωρίς νόημα.
Αν θέλεις να φθάσεις την πραγματική οδό πέρα από κάθε αμφιβολία,
βάλε τον εαυτό σου στην ίδια ελευθερία με τον Ουρανό.
Μην τον ονομάζεις ούτε καλό ούτε όχι καλό.

Αυτό είναι η φώτιση !




  • Περί Σουλεϊμάν του μεγαλοπρεπούς και τηλεαστέρα...





  • Ο μάγος και τα πρόβατα

(Ένας ιδιαίτερα διδακτικός μύθος για την κατάσταση των ανθρώπων, τόσο στις λαοκτόνες, προκλητικά μισάνθρωπες μέρες που βιώνουμε, όσο και διαχρονικά. Από το φιλόσοφο Γ.Ι. Γκουρτζίεφ (1866-1948) που επηρέασε όσο λίγοι τη διανόηση του 20ου αιώνα και συνεχίζει να ασκεί σημαντική επιρροή).



Υπάρχουν 1002 πράγματα που εμποδίζουν τον άνθρωπο να ξυπνήσει, που τον κρατούν δέσμιο των ονείρων του. Για να ενεργήσουμε συνειδητά με την πρόθεση να ξυπνήσουμε, είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε τη φύση των δυνάμεων που κρατάνε τον άνθρωπο σε κατάσταση ύπνου.

Πρώτα απ'όλα πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο ύπνος μέσα στον οποίο ζει ο άνθρωπος δεν είναι φυσιολογικός, αλλά μια ύπνωση! Ο άνθρωπος είναι υπνωτισμένος και αυτή η υπνωτική κατάσταση διατηρείται και ενισχύεται συνεχώς μέσα του.

Μάλιστα θα έλεγε κανείς ότι υπάρχουν δυνάμεις που έχουν συμφέρον να κρατάνε τον άνθρωπο υπνωτισμένο, εμποδίζοντάς τον να δει την αλήθεια και να καταλάβει τη θέση του.
 Υπάρχει ένας ανατολίτικος μύθος για έναν πάμπλουτο μάγο που είχε πολλά πρόβατα. Ο μάγος αυτός όμως ήταν πολύ τσιγγούνης. Δεν ήθελε να μισθώσει βοσκούς, ούτε να στήσει φράχτη γύρω από το λιβάδι του, όπου έβοσκαν τα πρόβατά του. Έτσι, συχνά τα πρόβατα έμπαιναν στο δάσος και πήγαιναν από δω κι από κει, έπεφταν σε χαράδρες κά. και πάνω απ'όλα έφευγαν, γιατί ήξεραν ότι ο μάγος ήθελε το κρέας και την προβιά τους κι αυτό φυσικά δεν τους άρεσε.


 Τελικά ο μάγος βρήκε το φάρμακο. Υπνώτισε τα πρόβατά του (στο δικό μας "μαγικό" κόσμο αυτό το έργο το επιτελούν με αριστοτεχνικό τρόπο τα ΜΜΕ, κυρίως, αλλά και η δήθεν "τέχνη" δεν είναι άμοιρη ευθυνών, όπως και η απόλυτα ελεγχόμενη εκπαίδευση) και τους υπέβαλε πρώτα απ'όλα την ιδέα ότι ήταν αθάνατα. Κι ότι δεν θα πάθαιναν κακό όταν τα έγδερνε, αλλά το ακριβώς αντίθετο. Δηλαδή ότι αυτό ήταν πολύ καλό για τα ίδια, ακόμη και ευχάριστο!

Ύστερα τους υπέβαλε την ιδέα ότι ο μάγος ήταν καλό αφεντικό που αγαπούσε το κοπάδι του τόσο πολύ ώστε ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα στον κόσμο για χάρη τους. Έπειτα τους υπέβαλε την ιδέα ότι αν επρόκειτο να τους συμβεί κάτι, αυτό τελοσπάντων δεν θα συνέβαινε ακριβώς εκείνη τη στιγμή, κι όχι οπωσδήποτε εκείνη τη μέρα, συνεπώς δεν ήταν ανάγκη να το σκέφτονται.

Επίσης τους υπέβαλε την ιδέα ότι δεν ήταν καθόλου πρόβατα: σε μερικά υπέβαλε την ιδέα ότι ήταν λιοντάρια, σε άλλα ότι ήταν αετοί, σε άλλα ότι ήταν άνθρωποι και σε άλλα ότι ήταν μάγοι...


Και μετά απ'αυτό, τέλειωσαν όλες οι έγνοιες του και οι στενοχώριες του με τα πρόβατα. Δεν έφευγαν ποτέ ξανά πια, αλλά περίμεναν ήσυχα την ώρα που ο μάγος θα απαιτούσε το κρέας και το τομάρι τους...


........................

  • O σπουδαίος στοχαστής και...μη χριστιανός Bertrand Russel
Bertrand Arthur William Russell


Από τον Μάρτιο του 1927, ο Bertrand Russell είχε παραδώσει τη διάλεξη «Γιατί δεν είμαι Χριστιανός» στο National Secular Society, South London Branch, Battersea Town Hall. Το κείμενό του «Γιατί δεν είμαι Χριστιανός» θεωρήθηκε το μανιφέστο της αγνωστικής . Άλλα γνωστά του έργα: «Πολιτικά Ιδεώδη», «Ιστορία Φιλοσοφίας».

O Bertrand Russell γεννήθηκε το 1872 και πέθανε το 1970. Βρετανός φιλόσοφος, δοκιμιογράφος, κοινωνικός κριτικός και αληθινός επιστήμονας της λογικής. Έγινε ευρύτατα γνωστός από τις μελέτες του πάνω στη μαθηματική λογική και την αναλυτική φιλοσοφία. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους θεμελιωτές της αναλυτικής φιλοσοφίας.

Κατά τη διάρκεια της μακράς επιστημονικής του πορείας ο Bertrand Russell δεν προσέφερε τις πολύτιμες υπηρεσίες του μονάχα στο πεδίο της αναλυτικής Φιλοσοφίας, αλλά και σε άλλες περιοχές της εξειδικευμένης γνώσης. Πολλά συγγράμματα του αναφέρονται σε ποικίλα θέματα, συμπεριλαμβανομένων της εκπαίδευσης, της ηθικής, της πολιτικής, της ιστορίας και της θρησκείας. Η ζωή του επίσης σημαδεύτηκε από αγώνες για το δικαίωμα ψήφου και μόρφωσης των γυναικών, αλλά πολύ περισσότερο από τη σθεναρή συμμετοχή σε αντιπολεμικές διαμαρτυρίες. Εξαιτίας μάλιστα της αντιπολεμικής αυτής δραστηριότητάς του φυλακίστηκε δυο φορές και αποπέμφθηκε από τρεις σχολές (Trinity College, Cambridge, New York City College).

Παρ όλ αυτά παρασημοφορήθηκε το 1949 και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας το 1950. Οχτώ χρόνια αργότερα, ακολουθώντας πιστά την αντιπολεμική του ιδεολογία θα γίνει ιδρυτής και πρόεδρος της εκστρατείας κατά των πυρηνικών όπλων.

Ο Bertrand Russell θα παραμείνει μια εξέχουσα δημόσια προσωπικότητα μέχρι το θάνατό του σε ηλικία 97 ετών στην πατρίδα του την Ουαλία. Αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα επιστήμονα που δεν αρκέστηκε στην πρόοδο των επιστημονικών κλάδων, αλλά εφάρμοσε τη φιλοσοφική σκέψη σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής, αναδεικνύοντας το δίκαιο και απεμπολώντας το άδικο σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνίας, αδιαφορώντας για το προσωπικό κόστος και τις ταλαιπωρίες που θα έκρυβε μέσα της μια τέτοια στάση ζωής.


Αφορισμοί και στοχασμοί του Bertrand Russell

> Εξουσία είναι η επίτευξη προμελετημένων αποτελεσμάτων.

> Ένα από τα σημάδια επερχόμενου νευρικού κλονισμού είναι όταν πιστεύει κανείς ότι η δουλειά του είναι φοβερά σημαντική.

> Πατριωτισμός είναι η προθυμία να σκοτώσεις και να σκοτωθείς για ασήμαντη αφορμή.

> Ο κόσμος είναι γεμάτος από μαγικά πράγματα που περιμένουν υπομονετικά το πνεύμα μας να γίνει πιο οξυδερκές.

> Μια καλή ζωή είναι αυτή που εμπνέεται από την αγάπη και καθοδηγείται από τη γνώση.

> Ο άνθρωπος, για την ευτυχία του, χρειάζεται όχι μόνο την απόλαυση κάποιων πραγμάτων, αλλά και ελπίδα, προσπάθεια και αλλαγή.

> Η στέρηση κάποιων πραγμάτων που επιθυμείς, είναι απαραίτητο στοιχείο της ευτυχίας.

> Η θεμελιώδης έννοια της Πολιτικής είναι η Ισχύς, όπως η Ενέργεια είναι η θεμελιώδης έννοια της Φυσικής.

> Επιστήμη είναι ό,τι ξέρουμε. Φιλοσοφία είναι ό,τι δεν ξέρουμε.

> Δεν θα πέθαινα ποτέ για τα πιστεύω μου, γιατί μπορεί να είναι λάθος.

> Δημοκρατία είναι η διαδικασία με την οποία διαλέγουμε αυτόν στον οποίο θα ρίξουμε το φταίξιμο.

> Για να είσαι καλός φιλόσοφος, πρέπει να αποκηρύξεις τη μεταφυσική και να είσαι καλός μαθηματικός.

> Η αίσθηση καθήκοντος είναι χρήσιμη στη δουλειά, αλλά προσβλητική στις προσωπικές σχέσεις. Οι άνθρωποι θέλουν να αρέσουν, όχι απλά να τους ανέχονται από παθητικότητα.

> Είναι πιθανό η ανθρωπότητα να βρίσκεται στο κατώφλι μια χρυσής εποχής. Αν είναι έτσι όμως, πρέπει πρώτα να αποκεφαλίσουμε το δράκο που φυλάει την πόρτα, και ο δράκος αυτός είναι η θρησκεία.

> Αγαπάμε αυτούς που μισούν τους εχθρούς μας, και αν δεν είχαμε κανέναν εχθρό, οι άνθρωποι που θ’ αγαπούσαμε θα ήταν ελάχιστοι.

> Τι κρίμα οι βλάκες να είναι τόσο σίγουροι και οι έξυπνοι τόσο διστακτικοί!

> Κι αν ακόμα υπάρχει Θεός, αμφιβάλλω ότι έχει τη ματαιοδοξία να προσβάλλεται από αυτούς που αμφισβητούν την ύπαρξή Του.

> Κάθε πρόοδος στον πολιτισμό έχει αποκηρυχθεί σαν αφύσικη όταν ήταν νέα.

> Είμαι πεπεισμένος ότι η εμμονή μας στη συνήθη γλώσσα στις προσωπικές μας σκέψεις είναι ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόοδο της φιλοσοφίας.

> Μόνο ένας ηλίθιος και δειλός τολμάει να υπερηφανεύεται ότι δεν έχει νοιώσει ποτέ του φόβο.

> Ένα δυνατό μυαλό στα είκοσι του χρόνια μπορεί να ασχολείται με τα μαθηματικά, στα τριάντα με τη φιλοσοφία και στα σαράντα με την πολιτική.

> Κάθε άνθρωπος, όπου πάει κουβαλάει μαζί του ένα σύννεφο από βολικές πεποιθήσεις, που κινούνται μαζί του σαν μύγες σε μια μέρα του καλοκαιριού.

> Η αναφορά ενός ηλιθίου για τα λόγια ενός ευφυούς ανθρώπου δεν μπορεί να είναι ακριβής, επειδή υποσυνείδητα μεταφράζει αυτό που ακούει σε κάτι που μπορεί να καταλάβει.

> Απ’ ό,τι μπορώ να θυμηθώ, δεν υπάρχει ούτε μια λέξη στα Ευαγγέλια που να επαινεί την ευφυΐα.

> Οι άνθρωποι γεννιούνται αμόρφωτοι, όχι ηλίθιοι. Γίνονται ηλίθιοι με την εκπαίδευση.

> Ο συλλογικός φόβος ερεθίζει το αγελαίο ένστικτο και τείνει να προκαλεί το μένος εναντίον αυτών που δεν θεωρούνται μέρος της αγέλης.

> Η ανία είναι ένα ζωτικό πρόβλημα για τον ηθικολόγο, επειδή τουλάχιστον τα μισά αμαρτήματα της ανθρωπότητας οφείλονται στο φόβο γι’ αυτήν.

> Οι θρησκείες που καταδικάζουν την ηδονή των αισθήσεων, ωθούν τους ανθρώπους να αναζητούν την ηδονή της εξουσίας.

> Κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου.

> Είδα μια μέρα ένα παιδί στο σχολείο να κακομεταχειρίζεται ένα μικρότερο αγόρι. Αγανάκτησα, αλλά μου απάντησε: «Οι μεγαλύτεροι με χτυπούν και εγώ χτυπώ τους μικρότερους. Είναι δίκαιο». Με αυτά τα λόγια συνόψισε την ιστορία του ανθρώπινου είδους.

> Δεν ξέρω γιατί, όμως κανένας δεν κουτσομπολεύει για τις αρετές των άλλων

> Μη φοβάσαι να έχεις εκκεντρικές απόψεις, γιατί κάθε άποψη που σήμερα είναι γενικά αποδεκτή, κάποτε ήταν εκκεντρική.

> Τρία πάθη, απλά, αλλά κατακλυσμιαία, εξουσιάζουν τη ζωή μου: Η λαχτάρα για αγάπη, η αναζήτηση της γνώσης και η αβάσταχτη θλίψη για τα βάσανα του ανθρώπινου είδους.

> Στην Αμερική, όλοι έχουν την άποψη ότι δεν έχουν κοινωνικά ανώτερους, μιας και όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, αλλά κανένας δεν παραδέχεται ότι δεν έχει κοινωνικά κατώτερους.

> Η περιφρόνηση της ευτυχίας είναι συνήθως περιφρόνηση της ευτυχίας των άλλων και είναι μια έντεχνη μεταμφίεση του μίσους προς το ανθρώπινο είδος.

> Η εργασία είναι δύο ειδών: πρώτον να αλλάζεις τη θέση ύλης επάνω ή κοντά στην επιφάνεια της γης σε σχέση με άλλη ύλη και δεύτερον να λες σε άλλους ανθρώπους να το κάνουν αυτό.

> Σε όλα τα θέματα, είναι υγιές, πότε-πότε, να κρεμάς ένα ερωτηματικό στα πράγματα που θεωρείς από καιρό δεδομένα.

> Αν στον κόσμο σήμερα υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων που επιθυμούσε τη δική του ευτυχία περισσότερο απ’ ό,τι επιθυμούσε τη δυστυχία των άλλων, σε μερικά χρόνια θα είχαμε έναν παράδεισο.

> Το να είσαι ικανός να γεμίσεις τον ελεύθερο χρόνο σου ευφυώς είναι το τελευταίο προϊόν του πολιτισμού και, προς το παρόν, ελάχιστοι άνθρωποι έχουν φτάσει σε αυτό το επίπεδο

> Ο άνθρωπος είναι ένα αδύναμο πλάσμα για το οποίο μόνο η υποταγή και η λατρεία είναι αποδεκτές. Η υπερηφάνεια θεωρείται αυθάδεια και η πίστη στην ανθρώπινη δύναμη ασέβεια.

> Λέγεται ότι ο άνθρωπος είναι ένα λογικό ον. Σε όλη μου τη ζωή έψαχνα για στοιχεία που να το αποδεικνύουν αυτό.

> Θα πρέπει να σέβεται κανείς την κοινή γνώμη όσο χρειάζεται για να μην πεθάνει της πείνας και για να μην πάει φυλακή. Οτιδήποτε όμως περισσότερο από αυτό είναι εθελοντική υποταγή σε μια περιττή τυραννία και πιθανόν θα παρεμποδίσει την ευτυχία με διάφορους τρόπους.

> Είναι σπατάλη ενέργειας να θυμώνεις μ’ έναν άνθρωπο που συμπεριφέρεται άσχημα, όπως είναι να θυμώνεις με ένα αμάξι που δεν παίρνει μπροστά.

> Ο Αριστοτέλης θεωρούσε ότι οι γυναίκες έχουν λιγότερα δόντια από τους άντρες. Αν και παντρεύτηκε δυο φορές, ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό να επαληθεύσει αυτή τη θεωρία ελέγχοντας τα στόματα των συζύγων του.

> Υπάρχουν δύο κίνητρα για να διαβάσεις ένα βιβλίο: το ένα είναι για να το απολαύσεις. Το άλλο, για να παινευτείς γι’ αυτό.

> Με την εισαγωγή της γεωργίας, η ανθρωπότητα μπήκε σε μια μακρά περίοδο κακίας, μιζέριας και τρέλας, από όπου απελευθερώνεται μόλις τώρα με την ωφέλιμη χρήση των μηχανών

ΠΗΓΗ: Διαβάστε το πλήρες άρθρο για το "Γιατί δεν είμαι χριστιανός" του σπουδαίου αυτού ανθρώπου εδώ!

......................

  • " Είμαι αναρχικός "


του Εντουάρντο Κολόμπο

"...Για τον αναρχικό ισότητα σημαίνει "ισότητα στην πράξη", εξάλειψη δηλαδή των αξιωμάτων και της περιουσίας. Κοινωνικο-ιστορική δημιουργία, διαρκής αυτοοργάνωση και αυτοθέσμιση,.."

Κατεβάστε το συνημμένο αρχείο: eimai_anarhikos__e.colombo.pdf (application/pdf)

"...Για τον αναρχικό ισότητα σημαίνει "ισότητα στην πράξη", εξάλειψη δηλαδή των αξιωμάτων και της περιουσίας. Κοινωνικο-ιστορική δημιουργία, διαρκής αυτοοργάνωση και αυτοθέσμιση, η ανθρώπινη κοινωνία θα καταστεί ελεύθερη όταν θα σπάσει τους δεσμούς της με οποιαδήποτε ετερονομία, κάτι που σημαίνει επίσης την κατάργηση της κοινωνικο-ιστορικής συνέχειας της αρχής προσταγή / υπακοή, την οποία επιβάλλει κάθε θεσμισμένη εξουσία, κάθε "κράτος" μιλάμε δηλαδή για το τέλος "του παραδείγματος της δίκαιης κυριαρχίας". Η κατάληξη θα είναι η απόλυτη εξουσία του δήμου ή, αν προτιμάτε, η συλλογική οικειοποίηση της θεσμίζουσας δυνατότητας. Αυτή η ελευθερία είναι μια διαρκής και χωρίς ανακωχή πάλη, ακόμη κι αν βρισκόμαστε σε μια αναρχική κοινωνία. Πάλη εναντίον αυτού που υφίσταται, του εδραιωμένου υπάρχοντος, προκειμένου να δοθεί χώρος σ' αυτό που δεν έχει εμφανιστεί ακόμη... Ένας αναρχικός που ικανοποιείται με τον περιορισμό των εξουσιών και εγκαταλείπει την ιδέα της κατάργησης του κράτους και της ατομικής ιδιοκτησίας, ένας αναρχικός που αποδέχεται να απολαμβάνει κάποιος τα αγαθά του και τη μικρή του ατομική ευτυχία, διάγοντας μια άνετη ζωή σε μια πλούσια χώρα, ένας αναρχικός, λέω, που αποδέχεται τα όρια τα οποία του επιβάλλει το εδραιωμένο σύστημα, δεν είναι αναρχικός, αλλά φιλελεύθερος. Και δεν θα υπάρξει μια "σχιζοφρενική συνείδηση" που να μπορεί να τον σώσει..."



......................


Όνειρα: είσοδος σε άλλους κόσμους;


μια σύντομη ανάλυση από την Αιθηρόη


Να χρησιμοποιήσουμε την λέξη Όναρ, που είναι πιο κοντά στην αλήθεια της ουσίας της;

Ο = ο μικρός σφαιρικός χώρος ( κρανίο )
Ν = Νους
Α = Άνω
Ρ = Ροή

Ο μικρός σφαιρικός χώρος του Νου, εντός του οποίου τελείται η Άνω Ροή.

Η θέση του Ρ στο τέλος της λέξης, καταργεί το εμπόδιο του χρόνου, απόστασης και φραγμού της τεχνητής λογικής.

Μέσα σε δύο λέξεις μπορείτε να βρείτε το σκοπό...

ΟΥ - ΡΑΝΟ - Σ (Μακρόκοσμος)

ΡΑΝΟ

Κ - ΡΑΝΟ - Σ (Μικρόκοσμος)


... ΡΑΝΟ... ΟΝΑΡ


Ενδιάμεσος χώρος... γέφυρα... ένα κοσμικό κανάλι επικοινωνίας και επαφής, όχι με έναν κόσμο... αλλά με περισσότερους. Είτε αυτούς εντός μας... είτε αυτούς, τους εντός του Σύμπαντος, σπαρμένους.

Οι λέξεις, όπως είδες και παραπάνω, συνομιλούν μεταξύ τους.

Η συνειδητή χρήση τους, ενεργοποιεί το εσώτερο Παν σας...



Περί Ηθικής
(και πάλι από την Αιθηρόη)


Μόνο διαχωρίζοντας την ηθική, από την Συνείδηση της ψυχής του όντος, μπορείς να κατανοήσεις. Διότι συχνά συγχέονται αυτά τα δύο.

Ηθική… οριο-φύλακας και δαμαστής του ελεύθερου «άγριου» και ανήμερου πνεύματος και των ταγών μιας διψασμένης καρδιάς.

Το ανώτερο «Ήθος», φανερώνει αυτό που περιορίζεται εντός συγκεκριμένου χώρου, αυτό που εκ της φύσης του είναι φτιαγμένο να κινείται σε εδάφη άνευ ορίων. Στην αλήθεια της λέξης, είναι η ουσία του όντος που παρουσιάζει τον εαυτό της σε έναν συγκεκριμένο χώρο, με μία συγκεκριμένη μορφή.

Και αυτή η λέξη, σίγουρα δεν έχει σχέση με την «ηθική», μάρτυρα κοινωνιών και πολιτισμών στην οποία υποχρεούνται οι άνθρωποι.

Η ηθική δηλώνει τον τρόπο που μεγάλωσε κάποιος, τις αξίες που μαθήτευσε να προτιμά ή να μην αποδέχεται.

Συχνά ακούγεται… άλλο η προσωπική ηθική και άλλο αυτή της κοινωνίας…

Ποιος μπορεί όμως να αρνηθεί (σε έναν κόσμο όπου μόλις οι άνθρωποι άρχισαν να γνωρίζουν τον εαυτό τους και να πιστεύουν στην ελευθερία της ύπαρξης τους), ότι η μεν δεν είναι προέλευση και δεσμευμένη από τον ορισμό της άλλης;

Αν ρωτηθεί ο άνθρωπος, θα σου επαναλάβει: «ηθικό, ανήθικο»… «καλό, κακό»…

Εάν με αλήθεια κοιτάξει, θα διακρίνει…

Ζεστό - κρύο… φως - σκοτάδι… αλήθεια – ψέμα… γλυκό - πικρό… απαλό – τραχύ… γέλιο – δάκρυ… χαρά – θλίψη… φόβο – γαλήνη… πόνο – αρμονία… πείνα – δίψα – χόρταση… κτλ…

«Γεύσεις» όπου αυτές που είναι αρεστές σε κάποιους, σε άλλους δεν είναι… τι είναι αυτό, λοιπόν, που η αντίθετη προτίμηση τον κάνει καλό ή καλύτερο από τον άλλον;

Οι αυθόρμητες, εκ της ψυχής, επιλογές δεν είναι αυτές που μαρτυρούν την αλήθεια του όντος;

Πώς λοιπόν ο άνθρωπος, ορίζει και διαχωρίζει το καλό από το κακό; Το ηθικό από το ανήθικο;

Μήπως, λοιπόν, ο προορισμός αυτής της ηθικής (που κατά την ανάγκη της στιγμής, επικαλούνται) είναι να πολεμά το εσώτερο πάθος; Διότι χωρίς την χρήση της, που τα… ποσά της και οι «εντολές» της είναι συνήθως εκ των προτέρων ορισμένα – εκτιμημένα, (είτε από την οικογένεια, την κοινωνία κτλ) δεν είναι εύκολο να χαλιναγωγήσεις την δύναμη του πάθους, που φτιάχνει ήρωες… αλλά και δυνάστες.

Άλλο να Είσαι… και άλλο να αναγκάζεσαι στο όνομα μιας ηθικής… το ένα έχει αλήθεια και το άλλο ψέμα. Ένα ψέμα, που μπορεί να οδηγήσει σε διαφθορά και αποσύνθεση. Διότι η «συμπίεση»… έχει το χρόνο της και αργά ή γρήγορα, εάν δεν έχει προκαλέσει αποσύνθεση, θα ξεθυμάνει βίαια.

Είναι βαθύ το θέμα της ηθικής...

Όταν «δια-κωμωδίσεις» αυτήν την παλιά «ηθική», που έμοιαζε με αόρατη σκιά και σε έκανε να διστάζεις, να δειλιάζεις, αναγκάζοντας σε να γίνεσαι κάτι άλλο, μακριά από την αλήθεια που έκρυβες μέσα σου… αναγκάζοντας σε να προσαρμόζεις την ζωή σου ανάλογα, απαγορεύοντας σε να εισχωρήσεις σε χώρους που «δικαιούνταν» άλλων… ηθικές, νομιμοποιημένες και κληροδοτημένες από τις θέσεις που καταλάμβαναν (και εξακολουθούν) αυθαίρετα μεν, με τη συγκατάθεση σου δε… τότε θα σημάνει ότι έχεις προσπεράσει φόβους αρχαίους, πως κατανόησες ότι… δεν υπάρχουν όρια και αγγίζεις το παρών. Μόνο επιλογές που δημιουργούν μοίρες και πορείες, με τις οποίες ανά πάσα στιγμή μπορείς να συνδιαλλαγείς, αλλά και να αναθεωρήσεις.
Όσο για τον οίκτο… είναι ένα «ηθικό» εξαναγκαστικό συναίσθημα. Δεν έχει σχέση με την συμπόνια, που είναι δείγμα ύπαρξης καλοσύνης και σεβασμού… και είναι γνώρισμα της καρδιάς.


.........................

  • Στον Χριστιανισμό η Ηθική Δεν έχει Σημεία Επαφής με την Ζωή

της  Semely Lomax  

Ποιος έχει λόγους να ξεφύγει από την πραγματικότητα μ’ ένα ψέμα; Εκείνος που υποφέρει απ’ αυτήν: Στον Χριστιανισμό ούτε η ηθική ούτε η θρησκεία έχουν κάποια σημεία επαφής με την πραγματικότητα. Τίποτε άλλο εκτός από φανταστικά αίτια («Θεός», «ψυχή», «εγώ», «πνεύμα», «ελεύθερη βούληση» -ή και «ανελεύθερη βούληση»), τίποτε άλλο εκτός από φανταστικά αποτελέσματα («αμαρτία», «λύτρωση», «χάρη», «τιμωρία», «άφεση των αμαρτιών»).


Σχέσεις μεταξύ φανταστικών όντων («Θεός», «πνεύματα», «ψυχές»)· μια φανταστική φυσική επιστήμη (ανθρωποκεντρική· απόλυτη έλλειψη της έννοιας των φυσικών αιτίων)· μια φανταστική ψυχολογία (τίποτε άλλο εκτός από αυτο-παρεξηγήσεις, ερμηνείες ευχάριστων ή δυσάρεστων γενικών αισθημάτων, με τη βοήθεια της συνθηματικής γλώσσας της θρησκευτικό-ηθικής ιδιοσυγκρασίας: «Μεταμέλεια», «τύψεις συνειδήσεως», «πειρασμός από τον Διάβολο», «παρουσία του Θεού»)· μια φανταστική τελεολογία («βασιλεία του Θεού», «έσχατη κρίση», «αιώνια ζωή»).

Τούτος ο καθαρά φανταστικός κόσμος είναι πολύ κατώτερος από τον κόσμο των ονείρων στο μέτρο που ο τελευταίος αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, ενώ ο πρώτος την παραποιεί, την υποτιμά και την αρνείται.

Από τη στιγμή που επινοήθηκε η έννοια «φύση» ως αντίθετο του «Θεού», το «φυσικό» έγινε συνώνυμο του «αξιοκατάκριτου» ολόκληρος ο φανταστικός αυτός κόσμος ριζώνει στο μίσος για το φυσικό (για την πραγματικότητα!) είναι η έκφραση της βαθιάς δυσαρέσκειας που προκαλείται από την πραγματικότητα… Αλλά αυτό εξηγεί τα πάντα.


Ποιος έχει λόγους να ξεφύγει από την πραγματικότητα μ’ ένα ψέμα; Εκείνος που υποφέρει απ’ αυτήν. Αλλά το να υποφέρεις από την πραγματικότητα σημαίνει ότι είσαι μια αποτυχημένη πραγματικότητα… Η υπεροχή των αισθημάτων δυσαρέσκειας έναντι των αισθημάτων ευχαρίστησης είναι η αιτία αυτής της πλασματικής ηθικής και θρησκείας. Αλλά τούτη η υπεροχή δίνει τη συνταγή της παρακμής…


Ο καλός Θεός και ο κακός Διάβολος: Δύο εξαμβλώματα της παρακμής.

Πώς είναι δυνατόν να ενδίδει κανείς σήμερα στην απλοϊκότητα των χριστιανών θεολόγων μέχρι σημείου να επιμένει μαζί τους ότι η εξέλιξη της έννοιας του Θεού από τον «Θεό του Ισραήλ», τον Θεό ενός λαού, στον χριστιανικό Θεό, την πεμπτουσία όλων των καλών, αντιπροσωπεύει πρόοδο;… Κι αυτός ο ίδιος τόσο αναιμικός, τόσο αδύναμος, τόσο παρακμιακός…. Ακόμη και οι αναιμικότεροι των αναιμικών έγιναν αφέντες του: Οι κύριοι μεταφυσικοί μας… Άπλωσαν τα δίχτυα τους γύρω του, κι αυτός, υπνωτισμένος απ’ τις κινήσεις τους, κατάντησε αράχνη…

Η χριστιανική αντίληψη του Θεού -ο Θεός ως Θεός των αρρώστων, ο Θεός ως αράχνη, ο Θεός ως πνεύμα- είναι μια από τις πιο διεφθαρμένες αντιλήψεις του Θεού που εμφανίστηκαν ποτέ στη γη. Ίσως να αντιπροσωπεύει το χαμηλότερο δείκτη της καθοδικής εξέλιξης των θεϊκών τύπων.

Ο Θεός εκφυλίστηκε σε αντίθεση της ζωής, αντί να είναι η εξύμνηση της και το αιώνιο ΝΑΙ της! Ο Θεός ως κήρυξη πολέμου εναντίον της ζωής, εναντίον της φύσης, εναντίον της θέλησης για ζωή! Ο Θεός· η συνταγή για κάθε συκοφαντία «αυτού του κόσμου»… Ο Θεός· η θεοποίηση του μηδενός, η θέληση του μηδενός που εκφράζεται με άγια λόγια!…

Όταν ο Χριστιανισμός εγκατέλειψε το πρώτο του έδαφος, τα κατώτερα στρώματα, τον υπόκοσμο του αρχαίου κόσμου, όταν άρχισε να αναζητά τη δύναμη ανάμεσα σε βαρβαρικούς λαούς, δεν αντιμετώπιζε πια βαριεστημένους ανθρώπους, αλλά αποκτηνωμένους ανθρώπους, ανθρώπους ωμούς -δυνατούς αλλά χοντροκομμένους ανθρώπους…

Ο Χριστιανισμός χρειαζόταν βαρβαρικές έννοιες και αξίες, για να γίνει κύριος των βαρβάρων· τέτοιες είναι η θυσία του πρωτότοκου, η πόση αίματος στη «Θεία Ευχαριστία», η περιφρόνηση προς το πνεύμα και τον πολιτισμό, το μαρτύριο σ’ όλες τις μορφές του, σωματικό και πνευματικό και η μεγαλοπρέπεια της λατρείας…
Οι Εβραίοι είναι ο πιο περίεργος λαός της παγκόσμιας ιστορίας, γιατί στο ερώτημα «να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν», διάλεξαν, μετά από μια ανησυχαστική προμελέτη, να υπάρχουν με οποιοδήποτε τίμημα. Τούτο το τίμημα ήταν η ριζική παραποίηση όλης της φύσης, όλης της φυσικότητας, όλης της πραγματικότητας, ολόκληρου του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου.

Οχυρώθηκαν εναντίον όλων των συνθηκών που επέτρεπαν ως τότε σ’ έναν λαό να ζει· από τον εαυτό τους δημιούργησαν μια έννοια αντίθετη προς τις φυσικές συνθήκες· μετέτρεψαν τη θρησκεία, τη λατρεία, την ηθική, την ιστορία, την ψυχολογία, τη μια μετά την άλλη, σε ανεπανόρθωτες αντιθέσεις προς τις φυσικές τους αξίες.

Συναντάμε το ίδιο φαινόμενο για μια ακόμη φορά και σε πολύ μεγαλύτερες αναλογίες. Μολαταύτα δεν είναι παρά ένα αντίγραφο: Η χριστιανική εκκλησία δεν μπορεί να εγείρει την παραμικρή αξίωση πρωτοτυπίας όταν συγκριθεί με τον «ιερό λαό». Γι’ αυτόν τον λόγο οι Εβραίοι είναι ο πιο καταστροφικός λαός της παγκόσμιας ιστορίας:


Με τη μετεπίδρασή τους έκαναν τόσο κίβδηλη την ανθρωπότητα, που ακόμη και σήμερα ο χριστιανός μπορεί να νιώθει αντιεβραίος χωρίς να συνειδητοποιεί ότι αυτός ο ίδιος είναι η έσχατη εβραϊκή συνέπεια… Από ψυχολογική άποψη ο ιουδαϊκός λαός είναι προικισμένος με την πιο σφριγηλή ζωτική ενέργεια. Όταν βρεθεί σε δυσκολότατες περιστάσεις παίρνει πρόθυμα το μέρος όλων των ενστίκτων της παρακμής, δείχνοντας μια εκπληκτική τάση για αυτοσυντήρηση.

Κι αυτό δεν το κάνει επειδή κυριαρχείται απ’ αυτά τα ένστικτα, αλλά επειδή μαντεύει την ύπαρξη μιας δύναμης εκεί, με την οποία θα μπορούσε κανείς να κυριαρχήσει στον κόσμο. Οι Εβραίοι είναι η αντίθεση όλων των παρακμιακών: Μπόρεσαν να παραστήσουν τους παρακμιακούς μέχρι σημείου αυταπάτης· μπόρεσαν, μ’ ένα «non plus ultra» θεατρινίστικου ταλέντου, να μπουν στην κορυφή όλων των κινημάτων παρακμής (όπως ο Χριστιανισμός του Παύλου), ώστε να δημιουργήσουν κάτι ισχυρότερο από οποιοδήποτε καταφατικό μέρος της ζωής. Η παρακμή είναι μόνο μέσο για τον τύπο ανθρώπου του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού που θέλει να αποκτήσει δύναμη, τον ιερατικό τύπο.

Τούτος ο τύπος ανθρώπου έχει ζωτικό ενδιαφέρον να κάνει άρρωστη την πραγματικότητα και να αναποδογυρίσει τις έννοιες του καλού και του κακού, του αληθινού και του ψεύτικου, έτσι ώστε να εκθέσει σε κίνδυνο τη ζωή και να συκοφαντήσει τον κόσμο…

Η έννοια του Θεού γίνεται εργαλείο στα χέρια ιερέων ταραχοποιών, που ερμηνεύουν κάθε μορφή ευτυχίας ως ανταμοιβή, κάθε μορφή δυστυχίας ως τιμωρία για ανυπακοή στο Θεό, ως «αμαρτία». Επινοούν τον πιο ψευδολόγο τρόπο ερμηνείας, την υποτιθέμενη «ηθική τάξη», με την οποία αντιστρέφονται μια για πάντα οι φυσικές έννοιες του αίτιου και του αποτελέσματος…

Τί σημαίνει «ηθική τάξη»; Ό,τι υπάρχει, μια για πάντα· μια θέληση του Θεού που αποφασίζει τί πρέπει και τι δεν πρέπει να κάνει ο άνθρωπος· ότι η αξία ενός λαού, ενός ατόμου μετριέται ανάλογα με τον βαθμό με τον οποίο υπακούει στη θέληση του Θεού· ότι η θέληση του Θεού αποδεικνύεται κυρίαρχη στο πεπρωμένο ενός λαού ή ενός ατόμου, δηλαδή, τιμωρεί και ανταμείβει ανάλογα με το βαθμό υπακοής.

Στη θέση του θλιβερού αυτού ψεύδους, η πραγματικότητα λέει: Ένα παρασιτικό είδος ανθρώπου, που ευδοκιμεί μόνο σε βάρος όλων των υγιεινών μορφών ζωής, ο ιερέας, κάνει κατάχρηση του ονόματος του Θεού: Ονομάζει «βασιλεία του Θεού» μια κατάσταση πραγμάτων όπου ο ιερέας είναι εκείνος που καθορίζει τις αξίες· ονομάζει «θέληση του Θεού» τα μέσα με τα οποία μπορεί να επιτευχθεί ή να διατηρηθεί μια τέτοια κατάσταση· με ψυχρό κυνισμό μετράει τους λαούς, τις εποχές, τα άτομα ανάλογα με το αν ευνόησαν ή αντιστάθηκαν στην επικυριαρχία των ιερέων.

Πρέπει να τους δει κανείς επί το έργον: Στα χέρια των Εβραίων ιερέων, η μεγάλη εποχή στην ιστορία του Ισραήλ έγινε μια εποχή κατάπτωσης· η «Έξοδος», η μακρόχρονη δυστυχία, μετατράπηκε σε μια αιώνια τιμωρία για τη μεγάλη εποχή -μια εποχή, στην οποία ο ιερέας δεν ήταν ακόμη τίποτα. Ανάλογα με τις ανάγκες τους, οι ιερείς μετάτρεψαν τις ισχυρές, τις πολύ ελεύθερες μορφές της ιστορίας του Ισραήλ σε άθλια ανθρωπάκια και υποκριτές ή σε «άθεους»· απλούστευσαν την ψυχολογία κάθε μεγάλου γεγονότος ανάγοντας το στην ηλίθια φόρμουλα «υπακοή ή ανυπακοή στον Θεό»…

Πρέπει να καταλάβουμε το εξής: Κάθε φυσική συνήθεια, κάθε φυσικός θεσμός (κράτος, δικονομία, γάμος, μέριμνα για τους άρρωστους και τους φτωχούς), κάθε αίτημα εμπνευσμένο από το ένστικτο της ζωής -κοντολογίς, καθετί που φέρει μέσα του την αξία του, χάνει την αξία του, γίνεται αντίθετο προς την αξία του από τον παρασιτισμό του ιερέα (ή της «ηθικής τάξης»).
Η χριστιανική εκκλησία δεν άφησε τίποτε άθικτο με τη διαφθορά της, μετάτρεψε κάθε αξία σε μη αξία, κάθε αλήθεια σε ψέμα, κάθε ακεραιότητα σε ποταπότητα της ψυχής. Ας τολμήσει κανείς να μου μιλήσει για τα «ανθρωπιστικά» της αγαθά! Η εξάλειψη μιας συμφοράς ήταν αντίθετη προς τη βαθιά χρησιμοθηρία της· ζούσε από τη συμφορά, δημιουργούσε τη συμφορά για να διαιωνίσει τον εαυτό της… Το σαράκι της αμαρτίας, για παράδειγμα, αυτήν την συμφορά έδωσε πρώτα πρώτα η εκκλησία στην ανθρωπότητα!

Η «ισότητα ψυχών μπροστά στον Θεό», αυτή η ψευτιά, αυτό το πρόσχημα για το μίσος όλων των αποβρασμάτων, αυτή η εκρηκτική ύλη μιας έννοιας που κατάληξε να γίνει επανάσταση, σύγχρονη ιδέα, και η αρχή της παρακμής ολόκληρης της τάξης της κοινωνίας, είναι χριστιανικός δυναμίτης… Τα «ανθρωπιστικά» αγαθά του Χριστιανισμού! Να δημιουργείς μεσ’ από την «humanitas» (την ιδιότητα να είσαι άνθρωπος) μια αυτοαντίφαση, μια τέχνη αυτοβεβήλωσης, μια θέληση για ψέματα με οποιοδήποτε τίμημα, μια αποστροφή, μια περιφρόνηση για όλα τα καλά και τίμια ένστικτα! Αυτά είναι μερικά από τα αγαθά του Χριστιανισμού!

Ο παρασιτισμός, η μοναδική πρακτική της Εκκλησίας, που ρουφάει, με το ιδανικό της αναιμικότητας, της «αγιότητας», όλο το αίμα, όλη την αγάπη, όλη την ελπίδα για ζωή· το επέκεινα, ως θέληση για άρνηση κάθε πραγματικότητας· ο σταυρός, ως αναγνωριστικό σημάδι για την πιο υποχθόνια συνωμοσία που υπήρξε ποτέ εναντίον της υγείας, της ομορφιάς, ο,οτιδήποτε καλοφτιαγμένου, εναντίον του θάρρους, του πνεύματος, της καλοσύνης της ψυχής, εναντίον της ίδιας της ζωής…

Θέλω να γράψω σ’ όλους τους τοίχους, όπου υπάρχουν τοίχοι, αυτήν την αιώνια κατηγορία εναντίον του Χριστιανισμού· έχω γράμματα για να κάνω ακόμη και τους τυφλούς να δουν… Ονομάζω τον Χριστιανισμό μοναδική μεγάλη μάστιγα, μοναδική μεγάλη εσωτερική διαφθορά,μοναδικό μεγάλο ένστικτο εκδίκησης, που δεν βρίσκει μέσο αρκετό δηλητηριώδες,αρκετά ύπουλο, αρκετά υποχθόνιο, αρκετά ποταπό.

Τον ονομάζω μοναδικό και αθάνατο στίγμα της ανθρωπότητας… Και ο χρόνος μετριέται από την καταραμένη μέρα από την οποία άρχισε τούτη η συμφορά -από την πρώτη μέρα του Χριστιανισμού! Γιατί να μη τον μετρούμε από την τελευταία μέρα του Χριστιανισμού; Γιατί όχι από σήμερα; Επαναξιολόγηση όλων των αξιών!



..............................

  • Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ (Αλεξάντερ Σολζενίτσιν)


«Με σφιγμένη την καρδιά, χρόνια ολόκληρα δεν δημοσίευα αυτό το έτοιμο βιβλίο: Το χρέος προς τους ζωντανούς βάραινε περισσότερο από το χρέος προς τους νεκρούς. Τώρα όμως που η Υπηρεσία Ασφαλείας το έχει πια στα χέρια της, δεν μου απομένει άλλη λύση παρά να το δημοσιεύσω αμέσως. Σ” αυτό το βιβλίο δεν υπάρχουν ούτε φανταστικά πρόσωπα, ούτε φανταστικά γεγονότα. Άνθρωποι και τοποθεσίες αναφέρονται με τα πραγματικά τους ονόματα. Αν μερικοί αναφέρονται με τα αρχικά τους, αυτό γίνεται για προσωπικούς λόγους. Αν άλλοι είναι εντελώς ανώνυμοι, αυτό έγινε μόνο και μόνο επειδή η ανθρώπινη μνήμη δεν συγκράτησε τα ονόματα –αλλά όλα έγιναν ακριβώς όπως αναφέρονται».
 
Αλεξάντερ Σολζενίτσιν (1973)
 
«Πως πηγαίνει κανείς σ” αυτό το μυστηριώδες Αρχιπέλαγος; Κάθε ώρα πετούν για εκεί αεροπλάνα, φεύγουν πλοία, τραίνα ξεκινούνε ξεφυσώντας, αλλά δεν υπάρχει επάνω τους ούτε μια επιγραφή που να δείχνει τον προορισμό τους. Οι υπάλληλοι στις θυρίδες των εισιτηρίων και οι πράκτορες της Σοβτουρίστ (τουρισμός εσωτερικού) και της Ιντουρίστ (τουρισμός εξωτερικού) θα απορήσουν αν ζητήσετε κανένα εισιτήριο για εκεί. Δεν ξέρουν, δεν έχουν ακούσει τίποτα ούτε για το Αρχιπέλαγος γενικά, ούτε για κανένα από τα αμέτρητα νησάκια του. Αυτοί που πηγαίνουν να διοικήσουν το Αρχιπέλαγος, βγαίνουν από τις σχολές του Υπουργείου Εσωτερικών. Αυτοί που πηγαίνουν να φρουρήσουν το Αρχιπέλαγος, επιλέγονται μεταξύ των στρατιωτικών επιτρόπων. Και αυτοί που πηγαίνουν εκεί για να πεθάνουν, όπως εσείς κι εγώ, αναγνώστες μου, πρέπει να περάσουν οπωσδήποτε και αποκλειστικά από τη σύλληψη.

Η σύλληψη!

Χρειάζεται να πούμε πως είναι ανατροπή ολόκληρης της ζωής σας; Πως είναι αστροπελέκι που σας χτυπάει κατακέφαλα; Πως είναι μια αδιανόητη ψυχική αναστάτωση, που δεν μπορεί ο καθένας να τη συνηθίσει και γλιστράει συχνά στην παραφροσύνη; Ο κόσμος έχει τόσα κέντρα όσα και ζωντανά πλάσματα. Ο καθένας μας είναι κέντρο του κόσμου και ο κόσμος θρυμματίζεται, όταν κάποιος σας σφυρίξει: «Συλλαμβάνεστε! Συλλαμβάνεστε!».

Αφού συλλαμβάνεστε εσείς, τι άλλο μπορεί ν” αντέξει σ” αυτό τον σεισμό; Μη μπορώντας όμως με το θολωμένο μυαλό μας να συλλάβουμε αυτή την ανατροπή του κόσμου, τόσο οι πιο ικανοί όσο και οι πιο απλοϊκοί από μας δεν βρίσκουμε, αυτή τη στιγμή, να αντλήσουμε από όλη την εμπειρία της ζωής μας παρά μόνο την κραυγή: «Εγώ; Γιατί;».
Είναι μια ερώτηση που ειπώθηκε εκατομμύρια και εκατομμύρια φορές πριν από μας και δεν πήρε ποτέ καμιά απάντηση…


[...] Η παραδοσιακή σύλληψη είναι ακόμα, ύστερα, αφού πάρουν τον δύστυχο τον κρατούμενο, η πολύωρη έρευνα του διαμερίσματος από μια σκληρή, ξένη, καταθλιπτική δύναμη. Είναι η διάρρηξη και το άνοιγμα, το ρίξιμο καταγής και το ξερίζωμα από τους τοίχους, το πέταγμα των πραγμάτων που βρίσκονται στις ντουλάπες και στα τραπέζια, το τίναγμα, το σκόρπισμα, το σχίσιμο και το σώριασμα βουνών από σκουπίδια στο πάτωμα, και το τρίξιμο κάτω από τις μπότες. Και δεν υπάρχει τίποτα ιερό όσο διαρκεί η έρευνα! Όταν έπιασαν τον μηχανοδηγό των τραίνων, Ινόσιν, στο δωμάτιο βρισκόταν το φέρετρο με το παιδί του, που μόλις είχε πεθάνει. Οι εκπρόσωποι του νόμου πέταξαν το παιδί από το φέρετρο, και έψαξαν και εκεί! Σηκώνουν ακόμα και τους αρρώστους από τα κρεβάτια τους και λύνουν τους επιδέσμους. Τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί παράλογο στη διάρκεια της έρευνας!».

(Αποσπάσματα από το βιβλίο)
 

Το «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ», γράφτηκε κατά την δεκαετία 1958-1968 κι εκδόθηκε για πρώτη φορά, το 1973, από τον Ρώσο συγγραφέα, Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, ο οποίος γνώρισε κι ίδιος τη φρίκη των γκούλαγκ. Ο Σολζενίτσιν συνελήφθη ενώ πολεμούσε κατά τον Β” Παγκόσμιο Πόλεμο με τον Κόκκινο Στρατό, επειδή σε αλληλογραφία του, τόλμησε να ειρωνευτεί τον Στάλιν. Ως «εχθρός του λαού» πλέον, πήρε τον δρόμο για τα περιώνυμα γκούλαγκ. Η λέξη «γκούλαγκ» αποτελεί αρκτικόλεξο των ρωσικών λέξεων «Γκλάβνογιε Ουπραβλένιγιε Λαγκερέι» (Γενική Διοίκηση Στρατοπέδων). Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται, τα γκούλαγκ ως στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και εξόντωσης πολιτικών αντιφρονούντων («ζεκ»), δεν ξεκίνησαν να λειτουργούν ως τέτοια επί Στάλιν, αλλά επί Λένιν. Επί Στάλιν όμως γνώρισαν τρομερή «άνθιση», ενώ δεν σταμάτησαν να λειτουργούν και τυπικά, παρά μόνο το 1989, επί «περεστρόικα» του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.

Ως «Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ», ο Σολζενίτσιν εννοεί την αχανή ρωσική ενδοχώρα, με τα διάσπαρτα «νησάκια» (δηλαδή τα γκούλαγκ). Σ” αυτό το «αρχιπέλαγος» καταλήγουν οι «χείμαρροι» και τα «ποτάμια» που δημιουργούνται από τις χιλιάδες των καταδικασμένων που προορίζονται να «ζήσουν» εκεί. Ακόμη και σήμερα, δεν υπάρχει κάποιος επιβεβαιωμένος αριθμός όσων στάλθηκαν στα γκούλαγκ. Οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για δεκάδες εκατομμυρίων, για όσο διάστημα λειτούργησαν. Σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον οι μισοί εκτιμάται ότι άφησαν την τελευταία τους πνοή μέσα στα γκούλαγκ, ή καθ” οδόν προς αυτά (πολλές φορές, η μεταφορά προς τα γκούλαγκ ήταν πιο μαρτυρική κι απάνθρωπη, ακόμη κι απ” την ίδια τη διαβίωση σ” αυτά).

Ο αναγνώστης, όσο υποψιασμένος και να είναι για το περιεχόμενο του βιβλίου, το βέβαιον είναι ότι θα φρίξει μ” αυτά που θα διαβάσει. Θα μονολογήσει πως «δεν είναι δυνατόν να έχουν συμβεί αυτά». Κι όμως… Η ιστορία έχει αποδείξει πως η θηριωδία και η απανθρωπιά δεν έχουν όρια. Η αχαλίνωτη φαντασία του ανθρώπου, όταν πρόκειται να πράξει το κακό, δεν γνωρίζει τέτοια όρια


Διαβάστε περισσότερα: Αρχιπέλαγος Γκούλαγκ (Αλεξάντερ Σολζενίτσιν) | Πάρε-Δώσε http://www.pare-dose.net/?p=4888#ixzz2Ivtnvwir
 
..............................

 

Περί προπαγάνδας


 «Στην εποχή μας μια χώρα ανήκει σε αυτόν που ελέγχει τα μέσα ενημέρωσης».
– Ουμπέρτο Έκο

« Αυτοί που ελέγχουν τα media έχουν ως στόχο τον κατακερματισμό της κοινωνίας, ώστε να μετατραπεί το άτομο σε παθητικό, απομονωμένο καταναλωτή… Ευτυχώς ένα μεγάλο ποσοστό του κόσμου αρνείται να υποβαθμιστεί σε παθητικούς καταναλωτές.»
-Νοαμ Τσόμσκι

«Η τηλεόραση είναι η λογοτεχνία των αγραμμάτων, η κουλτούρα των ακαλλιέργητων, ο πλούτος των φτωχών, η κτήση των ακτημόνων, η αποκλειστική λέσχη για τις αποκλεισμένες μάζες.»
-Λι Λόβινγκερ

«Το μεγαλύτερο κατόρθωμα δεν είναι να πολεμήσεις και να νικήσεις σε όλες σου τις μάχες. Το μεγαλύτερο κατόρθωμα είναι να κάμψεις την αντίσταση του εχθρού χωρίς να γίνει μάχη».
–Σουν Τζου, Η τέχνη του πολέμου

«Μόνο τα μικρά μυστικά χρειάζονται προστασία. Τα μεγάλα προστατεύονται από τη δημόσια δυσπιστία».
–Marshal McLuhan

«Μια εικόνα της τηλεόρασης, σε αντιδιαστολή με τη λεπίδα της γκιλοτίνας, είναι δύο και τρείς και τέσσερις φορές πιο κοφτερή».
–Daniel Schneidermann

«Τα πιο επικίνδυνα ψέματα είναι ελαφρώς παραποιημένες αλήθειες»
- Γκεοργκ Κρ. Λίχτενπμεργκ

«Ένα ψέμα μπορεί να κάνει το γύρο του κόσμου, όσο η αλήθεια βάζει ακόμα τα παπούτσια της»
- Μαρκ Τουέιν

«Τηλεόραση είναι να παρεμβάλλεις ανάμεσα στις διαφημιστικές μεταδόσεις ένα υλικό, αρκετά ελκυστικό, έτσι ώστε οι διαφημίσεις να έχουν τηλεθέαση. Αυτό είναι όλο.»
- Piet Hien, Journal du Dimanche

 « Το προϊόν των εφημερίδων είναι οι αναγνώστες, δεν είναι το περιεχόμενο. Οι αναγνώστες είναι το προϊόν που πωλείται από τους εκδότες στους διαφημιστές.»
-Μάικλ Αλμπερτ

 «Κινηματογράφος: Τι υπέροχο εργαλείο προπαγάνδας για πώληση προϊόντος κάθε είδους».
–Ζωρζ Μελιές

«Η μόνη ανεξάρτητη πράξη των μαζών θα είναι να εκλέγουν τον αφέντη τους και αμέσως μετά να ξαναγυρίζουν και πάλι στην κατάσταση της εξάρτησης τους».
–Alexis de Tolqueville



..........................
  • «Μια σακούλα καραμέλες»


από

Τον υποτιμάμε όταν λέμε πως ο Mario de Andrade (1893 –1945 ) ήταν ποιητής και δοκιμιογράφος. Είναι, βέβαια περισσότερο γνωστός μ’ αυτή του την ιδιότητα. Όμως, σπούδασε μουσική (πιάνο) και η ειδικότητά του ως μουσικολόγος, αλλά και ως ιστορικός και φωτογράφος, ίσως είναι λιγότερο γνωστές. Υπήρξε μια πολύπλευρη φυσιογνωμία και ήταν από τους πρωτοπόρους του «μοντερνισμού» στη χώρα του, τη Βραζιλία, για πάνω από είκοσι χρόνια. Ναι η Βραζιλία δεν βγάζει μονάχα ποδοσφαιριστές και χορεύτριες, όπως η Ελλάδα δεν βγάζει μονάχα φιλόσοφους και διανοούμενους !

Το «Μια σακούλα καραμέλες» είναι ένα έξοχο κείμενό του, που κυκλοφορεί και διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον. Το παραθέτουμε, όχι μόνο για το λογοτεχνική του αξία, αλλά και για τη χρησιμότητα που έχει σ’ αυτόν που το διαβάζει και ακολουθεί εφαρμόζοντας στην πράξη τα νοήματά του.

«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ’ ό,τι έχω ζήσει έως τώρα… Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι, που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.

Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά.

Δεν έχω πια χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους, που παρά την ηλικία τους, δεν έχουν μεγαλώσει.

Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις, όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί.

Δεν ανέχομαι εκείνους που χειραγωγούν τους άλλους, καθώς και τους καιροσκόπους.

Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους.

Μισώ, να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα.

Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο… αλλά μετά βίας για την επικεφαλίδα.

Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.

Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται… Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα…

Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.

Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους.

Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους.

Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό, πριν από την ώρα τους.

Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους.

Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια… και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.

Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή. Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων… Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.

Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει. Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν… Είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ’ όσες έχω ήδη φάει.

Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος, ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου…»

* Πετάξτε τους ασήμαντους αριθμούς. Αυτό συμπεριλαμβάνει την ηλικία, το βάρος και το ύψος. Αφήστε τους γιατρούς να νοιάζονται γι’ αυτά. Γι’ αυτό τους πληρώνετε, άλλωστε.
* Κρατήστε μόνον τους ευχάριστους φίλους. Οι γκρινιάρηδες σας σκοτώνουν.
* Να μαθαίνετε συνεχώς! Μάθετε περισσότερα για τους υπολογιστές, τις τέχνες, την κηπουρική, οτιδήποτε, ακόμη και για το ραδιόφωνο. Να μην αφήνετε ποτέ τον εγκέφαλο ανενεργό. «Ένα ανενεργό μυαλό είναι το εργαστήρι του Θανάτου» και το επίθετο του Θανάτου είναι Αλτσχάιμερ.
* Απολαύστε τα απλά πράγματα.
* Γελάτε συχνά, διαρκώς και δυνατά. Γελάστε μέχρι να σας κοπεί η ανάσα.
*Το μόνο άτομο, που μένει μαζί μας για ολόκληρη τη ζωή μας είναι ο εαυτός μας. Να αισθάνεστε ΖΩΝΤΑΝΟΙ ενόσω είστε «εν ζωή».
* Περιβάλλετε τον εαυτό σας με ό,τι αγαπάτε, είτε είναι η οικογένεια, τα κατοικίδια, η μουσική, τα φυτά, τα βιβλία σας, τα ενδιαφέροντά σας, οτιδήποτε. Το σπίτι σας είναι το καταφύγιό σας, το κουκούλι σας, διατηρήστε το καθαρό και περιποιημένο..
* Να τιμάτε την υγεία σας: Αν είναι καλή, διατηρήστε την. Εάν είναι ασταθής, βελτιώστε την. Εάν είναι πέραν της βελτιώσεως, ζητήστε βοήθεια.
* Μην κάνετε βόλτες στην ενοχή. Κάντε μια βόλτα στα μαγαζιά, ακόμη και στον διπλανό νομό ή σε μια ξένη χώρα αλλά ΜΗΝ πηγαίνετε εκεί που βρίσκεται η ενοχή.
* Πείτε στους γύρω σας που αγαπάτε ότι τους αγαπάτε, σε κάθε ευκαιρία, ίσως είναι η τελευταία και η μοναδική.

ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΘΥΜΑΣΤΕ: Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι μέχρι τότε τι κάνουμε. Σκεφτείτε πως κανένα άλλο όν δεν μπορεί να το κάνει αυτό. Κανένα όν δεν μπορεί ν’ αποφασίσει τι θέλει να κάνει στην ζωή του. Κι όμως αυτό το πλεονέκτημα μένει έμενε και θα μένει πάντα ανεκμετάλλευτο από τους ανθρώπους. Κάναμε κάνουμε και μάλλον θα συνεχίσουμε να κάνουμε ότι μας λένε και όχι ότι θέλουμε και το ουσιαστικότερο, δεν καταλαβαίνουμε τι κάνουμε και δεν ξέρουμε τι θέλουμε. !!!

Πηγή: terra papers

.........................


  • Κάποια (πάντα) επίκαιρα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη


" Μια αιτία που εξηγεί όλες τις κακοδαιμονίες, μικρές και μεγάλες του τόπου αυτού; Ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του "ήθους" που χαρακτηρίζει το βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού, στο σύνολό του.
... Από την ημέρα που έγινε η Ελλάδα κράτος, έως σήμερα, οι πολιτικές πράξεις θα έλεγε κανείς ότι σχεδιάζονται και εκτελούνται ερήμην των αντιλήψεων για τη ζωή, και γενικότερα των ιδανικών που είχε διαμορφώσει ο Ελληνισμός μέσα στην υγιή κοινοτική του οργάνωση και στην παράδοση των μεγάλων αγώνων για την ανεξαρτησία του...

... Μ’ ενδιαφέρει η ουσία. Κι εκείνο που ξέρω είναι ότι μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε σε κάτι που θα μου επιτρέψετε να ονομάσω "Ψευδοφάνεια". Έχουμε δηλαδή την τάση να παρουσιαζόμαστε διαρκώς διαφορετικοί απ’ ό, τι πραγματικά είμαστε. Και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος προς την αποτυχία, είτε σαν άτομο σταδιοδρομείς είτε σαν σύνολο, από την έλλειψη γνησιότητας.

Το κακό πάει πολύ μακριά. Όλα τα συστήματα μας και οι θεσμοί μας…πάρθηκαν με προχειρότατο τρόπο απ’ έξω και κόπηκαν και ράφτηκαν όπως- όπως επάνω σ’ ένα σώμα με άλλες διαστάσεις και άλλους όρους αναπνοής.
Γιατί αυτός ο λαός, που την έννοιά του την έχουμε παραμορφώσει σε σημείο να μην την αναγνωρίζουμε, αυτός έχει φτιάξει ό, τι καλό υπάρχει – αν υπάρχει κάτι καλό σ’ αυτόν τον τόπο! Και αυτός, στις ώρες του κινδύνου, και στο πείσμα της συστηματικής ηττοπάθειας των αρχηγών του, αίρεται, χάρις σ’ έναν αόρατο, ευλογημένο μηχανισμό, στα ύψη που απαιτεί το θαύμα! Όσο λοιπόν και αν είναι λυπηρό, πρέπει να το πω: ο Ελληνισμός, για την ώρα, επέτυχε ως Γένος, αλλ’ απέτυχε ως Κράτος! Και παρακαλάω νύχτα-μέρα το Θεό, και το μέλλον να με διαψεύσουν".

Από συνέντευξη του σπουδαίου ποιητή το 1956 (αν και εύκολα θα 'λεγε κανείς ότι τα παραπάνω ειπώθηκαν τούτες δω τις μέρες...)


........................
  • Πλάσματα μετέωρα
Ο καθρέφτης της ψυχής μας με άλλα μάτια Ενδεχομένως, κάποια στιγμή στη ζωή σας, θα έχετε βρεθεί μέσα σε μία πολύ κοντινή σχέση με κάποιον κι ίσως θα έχετε νιώσει ότι χάνετε κάπου τον εαυτό σας, σαν να μην μπορείτε να τον ελέγξετε, ή να τον ικανοποιήσετε.
Ίσως έχετε νιώσει ότι όλα είναι μάταια ή αντίθετα ότι όλα έχουν τεράστιο νόημα, και οι εναλλαγές ανάμεσα σε αυτά τα δύο να είναι ακαριαίες και απροειδοποίητες.
Ακραία συναισθήματα και ανάγκες εμφανίζονται, οι οποίες ναι! Είναι οικείες, αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν συναντιόσασταν μαζί τους πολύ συχνά σε συνειδητό επίπεδο, ίσως και να μην είχατε συναντηθεί ποτέ ξανά. Εύλογα λοιπόν έρχεται αυτή η απορία: Οι σχέσεις είναι πράγματι ο καθρέφτης μας; Κι αν είναι τι καθρεφτίζουν; Ποιόν εαυτό; Ποια κομμάτια μας;

Οι βαθιές σχέσεις μας φέρνουν σε επαφή με κάτι πολύ αρχαϊκό και εσωτερικό, κάτι που για τους περισσότερους ανθρώπους. πολύ καιρό ήταν κρυμμένο και άφαντο, κάτι για το οποίο ήμασταν σίγουροι ότι αφέθηκε πίσω μας με τα χρόνια. Τι ακριβώς ανακινείται σε μια σχέση; Τι είναι αυτό που μας φοβίζει; Τι είναι όλα αυτά που αναδύονται με τόση ορμή από μέσα μας και που κρύβονταν όλον αυτόν τον καιρό;

Έχω την αίσθηση ότι αυτό το αρχαϊκό σχετίζεται με τις πρώτες ανάγκες μας ως βρέφη αλλά και με τις μετέπειτα ανάγκες και εμπειρίες μας ως νήπια, με όλα αυτά τα συναισθήματα, αισθήματα και αισθήσεις, που νιώθουμε, αναπτύσσουμε και βιώνουμε μέχρι θεωρητικά τουλάχιστον να μπορούμε να «επιβιώσουμε» μόνοι μας, δηλαδή μέχρι τα 5 περίπου χρόνια μας.

Ο άνθρωπος είναι το μόνο έμβιο ον το οποίο όταν γεννιέται δεν έχει καμία απολύτως πιθανότητα επιβίωσης χωρίς τη μητέρα του. Όλα τα υπόλοιπα έμψυχα όντα έχουν τουλάχιστον μία έως πολλές πιθανότητες να επιβιώσουν μόνα τους, όλα τα έμψυχα όντα εκτός από τον άνθρωπο. Τι να σημαίνει άραγε, για τον ίδιο τον άνθρωπο και για τον ψυχισμό του, αυτή η διαφοροποίηση του από την υπόλοιπη φύση;
Το πρώτο πράγμα που δοκιμάζει το βρέφος στη ζωή του είναι η εξάρτηση. Για να επιβιώσει, να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί, να εξελιχθεί σε άτομο χρειάζεται μία μάνα, η οποία πέρα από την παροχή τροφής, είναι αναγκαίο να του παρέχει και αγάπη. Χωρίς αγάπη, φροντίδα και άγγιγμα, το βρέφος ίσως να έχει πιθανότητες να επιβιώσει, όμως οι πιθανότητες να εξελιχθεί σε έναν λειτουργικό και ευτυχισμένο ενήλικα είναι πολύ πολύ μικρές, για να μην πούμε μηδαμινές.
Έτσι το βρέφος γίνεται νήπιο μέσα σε μία εξαρτητική σχέση με τη μητέρα (ή με τον φροντιστή του). Την χρειάζεται για να φάει, να πιει, να κοιμηθεί, την χρειάζεται όμως και για να έχει μία αίσθηση του εαυτού του, για να υπάρχει, να αγαπά. Σε εκείνα τα χρόνια το ον μαθαίνει να αποδέχεται τον εαυτό του όπως είναι.
Τότε, το παιδί, όποτε έχει μία ανάγκη, να επικοινωνεί αυθόρμητα ή καλύτερα παρορμητικά μέσα από το κλάμα του, δείχνοντας ξεκάθαρα τα συναισθήματα που νιώθει τα οποία κυμαίνονται από την καθαρή ανάγκη του ενστίκτου (π.χ. πεινάω) μέχρι και πολύ βαθιές ανάγκες όπως «σε χρειάζομαι, δεν μπορώ μόνο μου, θέλω να με αγαπάς, κ.α.»

Επίσης, νιώθει φόβο, άγχος, αγωνία, απελπισία (κυρίως όταν η μαμά αργεί), κ.α. Εκείνη την περίοδο, όσο πιο πολύ η μητέρα το αποδέχεται και ανταποκρίνεται στις ανάγκες του, τόσο πιο επιτυχημένη θα είναι και η αυτό αποδοχή του αργότερα.

Με τα χρόνια κι με τις ικανότητες που αποκτά ο άνθρωπος σιγά-σιγά αφήνει αυτό το εξαρτητικό μοντέλο επαφής και αρχίζει να δοκιμάζει και να πειραματίζεται με άλλους τρόπους, όπως δημιουργώντας σχέσεις με αντίσταση (άρνηση-αποδοχή), μίμηση και στην ενήλικη ζωή σχέσεις ισότητας ενήλικα προς ενήλικα. Μέσα στις σχέσεις που θα δημιουργήσει το άτομο ως ενήλικας πια, κάποιες θα φτάσουν βαθιά.

Αυτή η βαθιά σχέση θυμίζει ευτυχώς όχι όλη την ώρα τη πρωταρχική σχέση μητέρας βρέφους, κι ίσως ο έρωτας μπορεί να εξηγηθεί κι έτσι.

Στην αρχική φάση του έρωτα, τα δύο άτομα απολαμβάνουν τις ομοιότητες τους, απολαμβάνουν τη συνύπαρξη τους, την ολότητα τους και προσπαθούν συνεχώς για την απόλυτη ένωση. Με τον καιρό αυτό μας φέρνει σε επαφή με την τότε συνύπαρξη ως βρέφη με τη μητέρα-, όπου για να ζήσουμε χρειαζόμασταν τον σημαντικό άλλο. Έτσι ο άλλος γίνεται και πάλι σημαντικός και με κάποιο τρόπο συνδεόμαστε με την αρχαϊκή αυτή ανάγκη μας.

Όσο ο καιρός προχωράει, ο έρωτας αλλάζει μορφές, αρχίζουμε πολύ αργά να αντιδράμε σε αυτήν την εξαρτητική συνύπαρξη, διεκδικώντας τον προσωπικό μας χώρο, και την ανεξαρτησία μας, όμως ξεχνάμε το γεγονός ότι είμαστε ήδη εξαρτημένοι! Οι πρώτες εσωτερικές συγκρούσεις έρχονται, όπου ένα κομμάτι μέσα μας το ενήλικο θέλει να ζει ανεξάρτητο κι ελεύθερο και ένα άλλο κομμάτι το παιδί έχει ανάγκη τον άλλο και την εξάρτηση.

Έπειτα, οι συγκρούσεις αυτές γίνονται κι εξωτερικές, και μέσα σε αυτές κατηγορούμε τον άλλον για τη δική μας εξάρτηση. Αυτό νομίζω ότι είναι το σημείο όπου ο άλλος μας καθρεφτίζει, και μας καθρεφτίζει τις πιο βαθιές υπαρξιακές- χαοτικές συγκρούσεις μας, τον πιο κρυφό μας εαυτό, τον εαυτό αυτό που ούτε οι ίδιοι δεν τολμάμε να παραδεχτούμε.

Όσοι «επιβιώσουν» από αυτό, και καταφέρουν να το αντέξουν, τότε δημιουργούν αυθεντικές και ουσιαστικές σχέσεις, μπορεί και απόλυτης ισότητας μεταξύ των δύο ανθρώπων.

Η σχέση καθρεφτίζει τις πιο λεπτές ισορροπίες τις προσωπικότητας μας, αυτές που δημιουργήθηκαν όταν ήμασταν βρέφη, πλάσματα μετέωρα ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία.

Πόση δύναμη χρειάζεται για να καταφέρουμε να συνεχίσουμε μέσα σε αυτό το χάος και τον πόνο; Πολύ!

Κι έτσι η ζωή μας δοκιμάζει, φέρνοντας τα ίδια πράγματα που ζήσαμε ξανά και ξανά μπροστά μας, έως ότου συμφιλιωθούμε με αυτά, και μέσα από την αποδοχή του εαυτού και την αγάπη, ίσως ηρεμήσουμε.

 Ηλιάννα Πεσσάρη

Πηγή: EDW HELLAS

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου