Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

Κινηματογραφική πρόταση: "Ο Βασιλιάς"


"Ο Βασιλιάς" (2002), του Νίκου Γραμματικού: Μια από τις πλέον αγαπημένες μας ταινίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου, όπως και ο "Κυνόδοντας" του Λάνθιμου . Ένα "κινηματογραφικό διαμάντι" που κάνει πραγματικά τη διαφορά στο άλλοτε φλύαρο κι άλλοτε σοβαροφανές και ανιαρό κι άλλοτε υπερβολικά στυλιζαρισμένο σε βάρος της ουσίας και της απλότητας (ή της απλότητας της ουσίας) ελληνικό κινηματογραφικό τοπίο.
Η παρακάτω κριτική μας άρεσε ιδιαίτερα και την αναδημοσιεύουμε, με την προτροπή όποιος δεν έχει δει την ταινία (μπορείτε να τη δείτε ολόκληρη εδώ) με έναν από τους καλύτερους σύγχρονους Έλληνες κινηματογραφικούς ηθοποιούς, τον Βαγγέλη Μουρίκη, να βιώσει την ιδιαίτερα προσεγμένη αφήγηση της ιστορίας που διαπραγματεύεται και διαδραματίζεται κάπου στην "αγνή ελληνική επαρχία"....
(Έκπληξη και η ερμηνεία του Γιάννη Ζουγανέλη σ'έναν ρόλο διαφορετικό από αυτούς που μας έχει συνηθίσει, ενώ εξαιρετική είναι και η μουσική επένδυση του Θανάση Παπακωνσταντίνου)






 Κινηματογραφική ταινία -«Ο Βασιλιάς» του Νίκου Γραμματικού»
 της Χριστίνας Πανταζή

 


Σκεφτόμουν πολύ καιρό να γράψω μια κριτική, σκέψεις δικές μου ή μια σύνθεση απόψεων σχετικά με τη συγκεκριμένη ταινία, καθότι με επηρέασε βαθύτατα. Αναφέρομαι στην ταινία « Ο Βασιλιάς» (2002) του Νίκου Γραμματικού στην οποία πρωταγωνιστεί με άρτιο και απλό συνάμα τρόπο ο Βαγγέλης Μουρίκης και βασίζεται σε αληθινά γεγονότα.

Αναφορικά με τη πλοκή της ταινίας, ο 35χρονος Βαγγέλης, ένας πρώην ναρκομανής και ντίλερ, βγαίνει από τη φυλακή και αποφασίζει να αρχίσει μία νέα ζωή, μακριά από το σκοτεινό του παρελθόν. Γι’ αυτόν τον λόγο αποφασίζει να φύγει από την πόλη και να εγκατασταθεί στο παρατημένο σπίτι του παππού του στο χωριό, όπου φαντασιώνεται και αποφασίζει σιγά σιγά από το μηδέν να δημιουργήσει μια νέα ζωή στην εξοχή, να «ξαναγεννηθεί».

Όμως αθώα και απροετοίμαστα γνωρίζει μια άλλη, διαφορετική πλευρά της ζωής: τη σκληρή ζωή στην επαρχία. Τίποτα δεν είναι τόσο αθώο όσο φαίνεται: Στην επαρχία δεν μπορείς να είσαι αυτός που θες, να μην δίνεις λογαριασμό σε κανένα και να είσαι αυτόνομος και ταυτόχρονα να διατηρείς την αξιοπρέπεια. Οι κλειστές κοινωνίες έχουν διαφορετικούς μηχανισμούς. Ο επαρχιώτικος συντηρητισμός, η ξενοφοβία και η καχυποψία σε κάτι «καινούργιο» βασιλεύει. Οι κάτοικοι εξαρχής βλέπουν με προκατάληψη και αφιλόξενο πνεύμα τον ερχομό του «ξένου» κατ’ αυτούς, που προσπαθώντας να είναι ο εαυτός του, αντί να συγκεντρώνει τον σεβασμό, προκαλεί το μίσος και το φθόνο στους κατοίκους και ειδικά στους «επιφανείς του χωριού», όπως χυδαίοι, κοντόφθαλμοι γαιοκτήμονες και πολιτικάντηδες της κακιάς ώρας που αυτοπροσδιορίζονται ως ελίτ της μικρής κοινότητας και έχουν τον πρώτο λόγο για το κάθε τι. Κάθε χαρακτήρας είναι επιλεγμένος πολύ προσεκτικά, και εκφράζει/συμβολίζει κάτι που όλοι μας έχουμε συναντήσει είτε στην πόλη, είτε στην επαρχία.


Ο Βαγγέλης προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να τους προσεγγίσει, είτε με το να συμβάλλει στην ανάπτυξη της περιοχής, είτε με το να εργάζεται και να είναι προσιτός και ευγενικός με όλους, χωρίς όμως να δίνει δικαιώματα ή να τους επιτρέπει να εισβάλλουν στη ζωή του, κάτι το οποίο σε μια μικρή κοινωνία όπου όλοι νιώθουν υποταγμένοι στο να δίνουν λογαριασμό για τη ζωή τους θεωρείται ύψιστη ύβρη. Το μίσος που συγκεντρώνει δεν ξεφύτρωσε λόγω αντιπάθειας ή φανατισμού, αλλά λόγω ταπείνωσης και καταπάτησης της αξιοπρέπειάς του και του προσωπικού του χώρου. Ειρωνικά και αναπάντεχα μοναδικός φίλος του Βαγγέλη είναι ένας καλοπροαίρετος αστυνομικός, σύμβολο μιας εξουσίας που ακόμα κι όταν θέλει να εφαρμόσει το δίκιο, είναι πάντα εξαρτώμενη από οικονομικά συμφέροντα, στα οποία η θέση της επιβάλλει την υποταγή της ή την αχρηστία της.

Σταδιακά κάθε σκηνή της ταινίας βαδίζει προς τη τελική σύγκρουση, για την οποία ο θεατής προετοιμάζεται καρέ καρέ, παρατηρώντας βλέμματα, φράσεις και συμπεριφορές να αλλάζουν και να σκληραίνουν βίαια και να οδεύουν όλο και πιο καθαρά στην αναπόφευκτη τροπή. Δεν τον θέλουν στο χωριό. Είναι παρασιτικός γι’ αυτούς, ένα μικρόβιο που αναστατώνει την ησυχία και τη ρουτίνα τους και πρέπει να εξοντωθεί. Θα τα καταφέρουν, θα επιτύχουν να τον συκοφαντήσουν ανεπανόρθωτα τον αδικήσουν, να τον εκδιώξουν και στο τέλος να τον τιμωρήσουν. Η ήττα είναι προδιαγεγραμμένη αλλά προσωρινή, κι η τελευταία λέξη θα’ ναι αυτού που αδικήθηκε.

Η ξενοφοβία, που προβάλλεται έντονα στην ταινία, η ανασφάλεια δηλαδή απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό από τα καθιερωμένα “πρότυπα”, είτε αυτό αφορά χρώμα δέρματος, είτε αφορά νέα ιδεολογία ή συμπεριφορά ή νέα κατάσταση κοινωνική, είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τον ρατσισμό και μπορεί πιο ουσιαστικά να συνδεθεί με τα φαινόμενα συντηρητισμού που αφορούν τοπικισμό, εθνικισμό κλπ. Οι ρίζες της δεν είναι απαραίτητα η αμάθεια ή η έλλειψη εκπαίδευσης ή η άγνοια της ιστορίας. Περισσότερο είναι ο φόβος διατάραξης της κεκτημένης "ησυχίας" ή "τάξης" ή ακόμα περισσότερο η διατάραξη της οικονομικής/κοινωνικής θέσης. Έχει να κάνει με το φόβο της αλλαγής της υπάρχουσας και συνηθισμένης κατάστασης σε μικρές τοπικές κοινωνίες. Την προκατάληψη απέναντι σε οτιδήποτε δεν συμβαδίζει με την κοινωνική συμπεριφορά τους ή τους άγραφους κοινωνικούς κανόνες. Την έλλειψη εμπιστοσύνης σε οτιδήποτε “ξένο” δεν έρχεται με σκοπό να δώσει αλλά να πάρει ή να μοιραστεί, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Τον επαρχιωτισμό της νοοτροπίας του τσιφλικά, του μικρογαιοκτήμονα, του οικοπεδούχου, του "πρώτου στο χωριό" που προκειμένου να μη γίνει "τελευταίος στην πόλη", θέλει όλα να μείνουν ως έχουν. Η ξενοφοβία είναι αυγό του συντηρητισμού αλλά και κότα του.

Προσωπικά ήταν από τις καλύτερες ταινίες που έχει βγάλει ο ελληνικός κινηματογράφος τα τελευταία χρόνια. Η όχι και τόσο σύνθετη δουλειά του μοντάζ και της φωτογραφίας περνάει σε δεύτερη μοίρα καθώς το σενάριο και η δύναμη της ιστορίας εισβάλλει μέσα στο θεατή. Ταινία με πολυδιάστατα νοήματα και μηνύματα που σκιαγραφεί, ίσως και σε ένανυπερβολικό τόνο, τη ν αρνητική πλευρά της ζωής σε μικρές κλειστές κοινωνίες που αντιτίθενται σε κάθε τι νέο, ανοιχτό σε οτιδήποτε αποτελεί διαφορετικό και βιώνεται ως απειλή και άμεσος κίνδυνος.


το διαβάσαμε στο enfo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου